Διαρκής υποταγή με το «Νέο Σχολείο»

Των ΑΝΔΡΕΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΙΩΤΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΤΣΑΓΚΑΡΑΤΟΥ

ΕΠΙΘΕΣΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Το «Νέο Σχολείο» είναι το σχολείο της κρίσης

Τέθηκαν στη διαδικασία της «διαβούλευσης», οι προτάσεις για το «Νέο Σχολείο», ως το τρίτο κύμα προτάσεων της Διαμαντοπούλου, μετά τις αντίστοιχες για την αναμόρφωση της Δια Βίου Μάθησης και το Εθνικό Πλαίσιο Επαγγελματικών Προσόντων. Θα ακολουθήσει η κατάθεση τριών νομοθετικών πρωτοβουλιών. Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος μέσα στη συλλογική μάχη για την απόκρουση των οικονομικών μέτρων ―ή την ατομική μάχη του καθενός για επιβίωση― να υποβαθμιστεί η σοβαρότητα των εξαγγελιών ή να αντιμετωπιστούν με ιλαρή διάθεση οι κορώνες για το ψηφιακό σχολείο με τους διαδραστικούς πίνακες. Το ζήτημα φαίνεται να είναι πιο σοβαρό…

Το «Νέο Σχολείο» κουμπώνει πάνω στη «Νέα Αρχιτεκτονική της χώρας» που θα υλοποιηθεί με το σχέδιο Καλλικράτης. Ομολογημένος στόχος, η εναρμόνιση του εκπαιδευτικού συστήματος με τη νέα φιλοσοφία της επανίδρυσης του κράτους που το θέλει: πρώτον, να ξεφορτώνεται διαρκώς βαρίδια κοινωνικών παροχών, αντιπαραγωγικών λειτουργιών που διογκώνουν το έλλειμμα του προϋπολογισμού ―και τέτοιες είναι οι δαπάνες για την παιδεία. Δεύτερον, να εκχωρεί όλο και μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας περιουσίας σε ιδιώτες σε μια μόνιμη προσπάθεια εξεύρεσης ιδίων πόρων ―σ’ αυτή τη λογική προχωρούν ραγδαία οι ΣΔΙΤ. Τρίτον, να μετατρέπεται σε κράτος στρατηγείο, με δομές πιο αυταρχικές και συγκεντρωτικές, με προφανή τα αποτελέσματα στους εργαζόμενους σε αυτόν τον τομέα ―ας μην ξεχνάμε ότι σε λίγο θα μιλάμε για τεράστιους δήμους πολύ μακριά από οποιοδήποτε ψήγμα κοινωνικού λαϊκού ελέγχου.

Το «Νέο Σχολείο» θα είναι το σχολείο της περιόδου της κρίσης και του Προγράμματος Σταθερότητας. Κατ’ αρχάς γιατί θα μπει κι αυτό με τη σειρά του στην κλίνη του ευρω-προκρούστη, θα υποστεί τη συμπίεση των λειτουργικών δαπανών, την υπολειτουργία των 30μελών τμημάτων (όπως τα νοσοκομεία;) λόγω έλλειψης προσωπικού (ήδη έχουν προαναγγελθεί μειώσεις προσλήψεων 50% μόνιμων και 70% αναπληρωτών), σχολικής στέγης κλπ. Και, κατά κύριο λόγο, γιατί  στις προτάσεις για το «Νέο Σχολείο» αποτυπώνεται η βούληση του κεφαλαίου για μεγαλύτερη κερδοφορία και ιδεολογική χειραγώγηση, μέσα από την προσαρμογή της εκπαίδευσης στις νέες ιδιότητες του εμπορεύματος εργατική δύναμη (ευελιξία, αποδοτικότητα, μείωση μισθολογικού κόστους, ελαστασφάλεια), αλλά και αντίστροφα: το σύνολο των λειτουργιών του πλέγματος εκπαίδευση–κατάρτιση να αναπτύξει, να τυποποιήσει περισσότερο, να μετρήσει και να ελέγξει τις παραπάνω ιδιότητες, ώστε να διαμορφώσει το σημερινό εργαζόμενο: με εργασιακές προδιαγραφές 19ου αιώνα και παραγωγικότητα 21ου αιώνα!

❑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΕ

Εργαλειακού τύπου μάθηση, προϋπόθεση για την προσαρμογή στην αγορά

Τα κείμενα που έχει δώσει η κυβέρνηση σε διαβούλευση, βρίθουν από ρητορικές περί καινοτομίας, αναβάθμισης, παιδαγωγικών προσεγγίσεων, σύνδεσης με την πραγματικότητα, προτεραιότητα στο μαθητή κλπ. Αυτά ωστόσο δεν αποτελούν παρά τη βιτρίνα μιας αντιδραστικής πολιτικής μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση, στη λογική της πιο αποτελεσματικής υποταγής της στην κερδοφορία του κεφαλαίου. Χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη είναι το παράδειγμα του Μπιλ Γκέιτς που χρησιμοποίησε στην συνέντευξή της η κ. Διαμαντοπούλου, για να τονίσει ότι αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι αν πήρε πτυχίο, αλλά η διαδρομή του στην αγορά. Οι προτάσεις για το Νέο Σχολείο, στηρίζονται, όπως διευκρινίζεται εισαγωγικά, στο αμερικάνικο μοντέλο του «no child left behind», που ξεκίνησε επί Κλίντον, γενικεύτηκε επί Μπους και συνεχίζεται επί Ομπάμα, αφήνοντας πίσω του αγράμματα παιδιά, κλειστά σχολεία, απολυμένους εκπαιδευτικούς και παιδεία σε συσκευασία κουπονιών και μετρήσιμων στόχων. Από την άλλη, σε μια περίοδο όπου η Ε.Ε. ορίζει και την τελευταία λεπτομέρεια του εγχώριου γίγνεσθαι, δεν αναμέναμε κάτι άλλο παρά την αποτύπωση της λογικής της Συνόδου της Λισσαβόνας και των «ιερών και οσίων» της: απασχολησιμότητα, προσαρμοστικότητα, επιχειρηματικότητα και ισότητα προς τα κάτω, για την ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης.

Τα προτεινόμενα μέτρα που συνιστούν το Νέο Σχολείο, γίνονται με αυτά ακριβώς τα κριτήρια. Άνοιγμα στην αγορά, στις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, στους κοινωνικούς εταίρους, μέσα από τα ευέλικτα προγράμματα σπουδών για τα οποία ―ειδικά αυτά των Τεχνολογικών Λυκείων― προβλέπεται στενότερη σύνδεση με την περιφέρεια και την τοπική κοινωνία, καθώς και συνδιαμόρφωσή τους από τους κοινωνικούς εταίρους στα πρότυπα των επαγγελματικών περιγραμμάτων.

Ώθηση προς την επιχειρηματικότητα ως μέτρο για εξεύρεση πόρων και αντίδοτο στην απίσχανση της κρατικής αρωγής. Η τάση αυτή θα ενισχυθεί φυσικά από την αποκέντρωση/περιφερειοποίηση της εκπαίδευσης. Ταυτόχρονη απόσυρση του κράτους προς όφελος μιας πιο επιχειρηματικής εκπαίδευσης, που θα αντιμετωπίζει το μαθητή ως πελάτη-καταναλωτή εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Προανάκρουσμα αυτής της λογικής, ήταν το φετινό γυφτοπάζαρο με τα netbook της Α΄ Γυμνασίου, μέσα από το οποίο, το μόνο σίγουρο είναι ότι κέρδισε πολλά η αγορά πληροφορικής. Στα ίδια βήματα κινείται η ιστορία με τους διαδραστικούς πίνακες και πιθανό επόμενο βήμα θα είναι η διανομή κουπονιών για την ενισχυτική διδασκαλία.

Αξιολόγηση και μέτρηση των πάντων στο επίπεδο της σχολικής μονάδας (πόροι, διοίκηση, επιδόσεις, λειτουργία, προγράμματα και καινοτόμες δράσεις) καταρχήν ως εσωτερική διαδικασία (αυτοαξιολόγηση). Αξιολόγηση και των εκπαιδευτικών, ξεκινώντας από τη νέα βάρδια, όπου ο μονόδρομος του ΑΣΕΠ γίνεται ακόμα πιο δύσβατος με αλλεπάλληλα πιστοποιητικά και «ενεργοποίηση» της διετούς δοκιμασίας. Μετάβαση συνεπώς σε ένα εκπαιδευτικό μοντέλο όπου οι ταξικές ανισότητες συγκαλύπτονται από μετρήσιμους και «ορθολογικούς» δείκτες. Στην αγωνιώδη προσπάθεια ν’ ανταποκριθούμε στους δείκτες της ΟΝΕ θα προστεθεί κι εκείνη για τους δείκτες του PISA.

Προσανατολισμός του περιεχομένου του σχολείου στις έξι βασικές δεξιότητες/χρήσεις ―και όχι φυσικά γνώσεις― που προκρίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση (επικοινωνία στη μητρική γλώσσα, επικοινωνία σε άλλη γλώσσα, βασικές ικανότητες σε μαθηματικά, επιστήμες και τεχνολογία, ψηφιακές ικανότητες, η ικανότητα του «μαθαίνω πώς να μαθαίνω», διαπροσωπικές και κοινωνικές ικανότητες, επιχειρηματικότητα και πολιτιστική έκφραση). Ο δήθεν εξοστρακισμός της αποστήθισης και της μηχανικής μάθησης, αντικαθίσταται από την παροχή μιας στενής εργαλειακού τύπου μάθησης, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την ευελιξία και την προσαρμογή στο πνεύμα της «δια βίου μάθησης» για τις ανάγκες της αγοράς.

Αποθέωση των νέων τεχνολογιών, των ψηφιακών δεξιοτήτων και της καινοτομίας ως εργαλείο ευελιξίας. Παρά τις κριτικές φωνές για την παιδαγωγική αποτελεσματικότητα ή τις σκεπτικιστικές τοποθετήσεις, τις ανύπαρκτες υποδομές, την προβληματική εμπειρία της φετινής ψηφιακής τάξης, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι προβάλλονται ως μεσσιανικές τέτοιου είδους μέθοδοι, μια δεκαετία αργότερα από το σπάσιμο της φούσκας των επιχειρήσεων της «νέας οικονομίας» δηλαδή τεχνολογιών αιχμής στις ΗΠΑ.

Επαναπροσδιορισμός της σχέσης του εκπαιδευτικού με την εκπαίδευση. Στο «νέο» σχολείο πρέπει να υπάρχει και «νέος» μαχόμενος εκπαιδευτικός που θα υπερνικήσει το καθεστώς της χαμηλής αμοιβής και το χαμηλού του κύρος στην εκπαίδευση και θα παίξει το ρόλο του αναβαθμιστή στο «νέο κίνημα παιδείας» (!). Αναμένεται συνεπώς κατάληψη και του μη εκπαιδευτικού κι εργασιακού χωροχρόνου από την κούρσα απόκτησης επιπλέον προσόντων (σεμινάρια, παρακολούθηση εκδηλώσεων κλπ.), όχι για προσωπική ικανοποίηση ή βελτίωση της εργασιακής συνθήκης, αλλά αθροιζόμενα φύλλα στον ατομικό του φάκελο προς αξιολόγηση. Πέρα από τις προφανείς αντιδραστικές αλλαγές σε όλο το φάσμα (πρόσληψης – παραμονής – εργασίας – αμοιβής – επιμόρφωσης –σύνταξης) γίνεται σαφής η προσπάθεια να συμμαχήσει η αστική πολιτική με ζωντανές δυνάμεις, με τη συνήθη φενάκη: η προσφορά και η δημιουργία από γενική κατεύθυνση και υποχρέωση της δημόσιας εκπαίδευσης να μετατρέπεται σε ατομικό σκοπούμενο.

Ταυτόχρονα από τα κείμενα της κυβέρνησης για τη δια βίου μάθηση, την πιστοποίηση και το Εθνικό Πλαίσιο Επαγγελματικών Προσόντων, φαίνεται ότι πρόκειται για μια πολιτική που αντιμετωπίζει τα επαγγελματικά προσόντα, αλλά και τις «οριζόντιες ικανότητες» όπως, ευελιξία, προσαρμοστικότητα, δημιουργικότητα, ανεξαρτησία, υπευθυνότητα, ικανότητα συνεργασίας κλπ. ως προϋποθέσεις για την αύξηση της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας της εργασιακής ικανότητας του εργαζόμενου και ως βασική πηγή και παράμετρο ανταγωνιστικότητας.

Με αυτή τη λογική έχουν δομηθεί το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο επαγγελματικών προσόντων και το ―υπό διαβούλευση― αντίστοιχο Εθνικό, τα οποία επιχειρούν την κατηγοριοποίηση όλων των αποδιδόμενων τίτλων, πτυχίων, πιστοποιητικών κλπ. σε οκτώ επίπεδα αναφοράς, με όρους μαθησιακών αποτελεσμάτων, δηλαδή «τι γνωρίζει, κατανοεί και είναι ικανό να κάνει κάποιο άτομο μετά την ολοκλήρωση μιας μαθησιακής διαδικασίας». Το πράμα γίνεται πιο ζεστό από την τοποθέτηση ότι οι ικανότητες του κάθε ατόμου ―για να συνάδουν με τις επιχειρηματικές ανάγκες― πρέπει να αξιολογούνται/πιστοποιούνται από διάφορους αντικειμενικούς φορείς (σαν τους «οίκους» που αξιολογούν τα ελληνικά ομόλογα;)!

Χαρακτηριστική, από αυτή τη σκοπιά, είναι η κριτική που άσκησαν ήδη από την προηγούμενη δεκαετία στην πολιτική της δια βίου μάθησης κορυφαίοι σχεδιαστές προγραμμάτων και διδάσκοντες στην εκπαίδευση ενηλίκων, όπως ο Colin Griffin και ο Peter Jarvis. Ο μεν πρώτος κατηγόρησε την κυβέρνηση της Μ. Βρετανίας ότι με τη δια βίου μάθηση διέλυσε το κράτος πρόνοιας και μεγάλωσε τις ανισότητες, ο δε δεύτερος θεωρεί ότι κύριος στόχος της είναι η ιδιωτικοποίηση των εκπαιδευτικών συστημάτων και η προσαρμογή τους στην ανταγωνιστικότητα και την ευελιξία για προσέλκυση ξένων κεφαλαίων.

Γίνεται πλέον σαφές, ότι οι παραπάνω προτάσεις της κυβέρνησης σηματοδοτούν βαθύτερες επιδιώξεις του κεφαλαίου, ενώ συνδέονται και με τις πολιτικές για το ξεπέρασμα της κρίσης. Το παλιό μοντέλο των σχετικά δομημένων εκπαιδευτικών συστημάτων (σε περιεχόμενο, χρόνια φοίτησης κλπ) που τα αποδεικτικά τους (πτυχία) από μόνα τους ή με σχετικά μικρές και συλλογικές διαδικασίες επάρκειας (π.χ. εγγραφή σε επιμελητήριο ή τυπικές εξετάσεις) έδιναν εφάπαξ δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος, που και αυτό με τη σειρά του αναπτυσσόταν στο πλαίσιο συλλογικών ρυθμίσεων (Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εργασιακές σχέσεις, ασφάλιση κλπ.), έχει παρέλθει. Επιδιώκεται δε, να αντικατασταθεί από ένα νέο μοντέλο, όπου δίπλα στην παραπάνω μονοσήμαντη πιθανότητα διαδρομής, να υπερισχύουν πολλές άλλες διαδρομές μάθησης μέσω της τυπικής εκπαίδευσης, αλλά και της εργασιακής εμπειρίας, με ατομική ευθύνη του εκπαιδευόμενου. Η αναγνώριση–πιστοποίησή τους δεν θα γίνεται εφάπαξ, αλλά διαρκώς και δεν θα οδηγεί σε επαγγελματικό δικαίωμα, αλλά προσόν δυνάμενο να αξιοποιηθεί από την αγορά και τον εκάστοτε εργοδότη. Και εάν και εφόσον γίνεται αυτό, η πραγμάτωσή του ως εργασία θα ρυθμίζεται ατομικά κι όχι με συλλογικά πλαίσια (κατάργηση Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας), αφού ο κάθε εργαζόμενος θα διαθέτει διαφορετικά προσόντα (από το πτυχίο στο πορτφόλιο προσόντων).

Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις για το «νέο σχολείο», πρόκειται να συγκεκριμενοποιηθούν από  τρεις νομοθετικές πρωτοβουλίες, για την «προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στη νέα αρχιτεκτονική της χώρας», την «αναβάθμιση του εργασιακού βίου και του κύρους των εκπαιδευτικών» και την «αναβάθμιση της επαγγελματικής – τεχνικής εκπαίδευσης». Η στρατηγική του αντίπαλου είναι κρυστάλλινη. Η ανάγκη για ένα ενιαίο, δημόσιο, δωρεάν δωδεκάχρονο σχολείο υποχρεωτικό για όλα τα παιδιά, με τη δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης σε μια ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση, στη διάρκεια όλης της ανθρώπινης ζωής και με διασφαλισμένη επίσης, τη δυνατότητα πρόσβασης σε ένα δωρεάν, σύστημα τεχνικής εκπαίδευσης μετά το ενιαίο σχολείο, είναι όσο ποτέ επίκαιρη. Η αναμονή από μεριάς του κινήματος για το γράμμα του νόμου θα σημάνει καταστροφική απώλεια πολιτικού χρόνου. Ας διδαχτούμε από τους φοιτητές που ήταν αποτελεσματικοί εκτός των άλλων και γιατί ξεσηκώθηκαν για το άρθρο 16 πριν η αναθεώρησή του πάρει το δρόμο της νομοθετικής ρύθμισης. Και –από την αντίθετη άποψη –από τη φετινή αναμονή για τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, όταν το πράγμα φώναζε από τον Νοέμβρη.

❑ Ο ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΙΜΑΝΤΑΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Η «επιτυχία» που οδηγεί στην αποτυχία

«Ο μαχόμενος εκπαιδευτικός είναι ο πρωταγωνιστής της αναβάθμισης της εκπαίδευσης»… Αυτό είναι το βασικό σλόγκαν του Υπουργείου Παιδείας για το ρόλο του εκπαιδευτικού στο «νέο» σχολείο, αλλά και η βασική διαπίστωση όλων των ευρωπαϊκών ντοκουμέντων για την εκπαίδευση.

Ήδη έχουν ειπωθεί πολλά για τις άμεσες επιπτώσεις που έχει το πρόγραμμα σταθερότητας στην εργασιακή και την οικονομική κατάσταση των εκπαιδευτικών: περικοπές μισθών, δραστική μείωση διορισμών μονίμων και αναπληρωτών, σκληρή στάση στις μεταθέσεις και στις αποσπάσεις, πιστοποιητικό παιδαγωγικής κατάρτισης και ΑΣΕΠ ως προϋποθέσεις για το διορισμό, ουσιαστική ενεργοποίηση του θεσμού του δόκιμου εκπαιδευτικού με την αξιολόγησή του να κρίνει το αν θα συνεχίσει να είναι εκπαιδευτικός. Ο ίδιος ο εκπαιδευτικός είναι το πρώτο «θύμα» μιας πολιτικής που έρχεται να μεταφέρει ως «ιμάντας» και στους μαθητές του: πρέπει να περνά από συνεχείς συμπληγάδες αξιολόγησης και επανακατάρτισης για να μπορεί να επαναθεμελιώνει το δικαίωμά του στην εργασία, αφού πια το πτυχίο του από μόνο του σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξασφαλίσει κάτι τέτοιο.

Τα παραπάνω όμως αποτελούν μόνο τις άμεσες, ορατές πλευρές μιας πολιτικής που δείχνουν μια σκλήρυνση της στάσης απέναντι στον εκπαιδευτικό και τα δικαιώματά του. Απ’ ότι φαίνεται η ουσία είναι ακόμα πιο βαθιά, με πιο μακροπρόθεσμο, στρατηγικό χαρακτήρα: ο εκπαιδευτικός πρέπει πράγματι να γίνει ο πρωταγωνιστής της «αναβάθμισης» της εκπαίδευσης, μέσω της εσωτερίκευσης και της αποδοχής αρχικά της δικής του ευθύνης για την «αποτυχία» του εκπαιδευτικού συστήματος κατά πρώτο λόγο και στη συνέχεια της «στράτευσής» του στο μεγάλο ευρωπαϊκό όραμα. Η προσωπική του αξιολόγηση, αλλά και η συμμετοχή στην αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας είναι ο κύριος τρόπος μέσα από τον οποίο το σύστημα προσπαθεί να το πετύχει. Μπαίνουν οι «στόχοι» και μετριούνται τα «αποτελέσματα»: μόνο που οι στόχοι είναι προκαθορισμένοι από τις ανάγκες της αγοράς, από τους δείκτες του ΟΟΣΑ και το πρόγραμμα PISA- που με αυθαίρετα κριτήρια «αποδεικνύει» την «αποτυχία» του εκπαιδευτικού συστήματος. Όπως δηλώνει η υπουργός Παιδείας σε πρόσφατο άρθρο στα «Νέα»: «ο αυριανός μαθητής θα καλείται να επιτύχει συγκεκριμένους μαθησιακούς στόχους και κάθε σχολείο θα πρέπει να τους επιτυγχάνει».

❑ ΕΙΣΒΟΛΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

«Ψηφιακό σχολείο»: Η εκπαίδευση γίνεται εμπόρευμα

Είναι ανάγκη να «αποκρυπτογραφήσουμε» τις έννοιες που εισάγονται μέσα από τα κείμενα της κυβέρνησης και τις αποφάσεις της ΕΕ, που όσο κι αν φαίνονται σαν «εκθέσεις ιδεών», στην πραγματικότητα χαράζουν μια όντως «νέα» εκπαιδευτική πολιτική στο πλαίσιο των αναγκών του καπιταλιστικού συστήματος.

«Νέο» σχολείο λοιπόν, το νέο μεγάλο όραμα της «νέας» διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Τα σχολεία πρέπει να «αναδιοργανωθούν», σύμφωνα με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Τα κράτη μέλη πρέπει να προσαρμόσουν τα σχολικά τους προγράμματα στις σύγχρονες ανάγκες… έτσι ώστε αντί να απαριθμούν εισροές (γνώσεις που οφείλουν να μεταδώσουν τα σχολεία) να καθορίζουν αποτελέσματα (δεξιότητες και στάσεις που αναμένεται να έχουν αναπτύξει οι μαθητές στα διάφορα στάδια της εκπαίδευσής τους).» Ο μαθητής που είναι «μικρός διανοούμενος», «μικρός επιστήμονας», «μικρός ερευνητής», «μικρός γλωσσομαθής», ο μαθητής που «μαθαίνει πώς να μαθαίνει», ο μαθητής που γίνεται «συνειδητός Έλληνας πολίτης – πολίτης του κόσμου» ―όπως διατυπώνεται στο σχέδιο δράσης του Υπουργείου Παιδείας― δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο μικρός μαθητής που περνά από την εποχή που «ήταν δυνατόν να προβλεφθούν με σχετική βεβαιότητα οι γνώσεις και οι δεξιότητες που θα χρειάζονταν στην ενήλικη ζωή του … σε μια εποχή που δεν θα μπορεί πια να περιμένει ότι θα περάσει όλη του τη ζωή στον ίδιο τομέα απασχόλησης, ενώ η επαγγελματική του διαδρομή θα αλλάζει με απρόβλεπτους τρόπους» ( οι υπογραμμίσεις είναι από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Βελτίωση των ικανοτήτων για τον 21ο αιώνα: ατζέντα για την ευρωπαϊκή συνεργασία στο σχολικό τομέα»). Η «επιστροφή στα βασικά» ―μητρική γλώσσα, βασικές γνώσεις στα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες, ξένες γλώσσες και ψηφιακή ικανότητα― δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά την ανάγκη του συστήματος να «προλάβει» να παρέχει σε όσο το δυνατόν μικρότερη ηλικία τις βασικές δεξιότητες που χρειάζεται για να μπορεί να «επανακαταρτίζεται» στα πλαίσια της μελλοντικής «απασχολησιμότητάς» του.

Αυτή είναι η μια πλευρά της σύνδεσης του «νέου» σχολείου με τις ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς. Αν όμως υπάρχει κάτι που είναι σχετικά «νέο» στην όλη λογική που διαπερνά το νέο εκπαιδευτικό μοντέλο είναι το εξής: η εκπαίδευση και η γνώση αντιμετωπίζεται πια η ίδια ως εμπορεύσιμο προϊόν, ως εμπορική πράξη. Από δω εκπορεύεται και όλη η λογική του «ψηφιακού σχολείου». Από τη στιγμή που η γνώση αποκτά πια «υλική υπόσταση», αφού η αγορά είναι εκείνη που καθορίζει ποια «γνώση» έχει αξία, έρχονται οι τεράστιες επιχειρήσεις της ψηφιακής τεχνολογίας να την πουλήσουν στη μορφή που είναι η πιο εύκολα εμπορεύσιμη. Από την άλλη υπάρχουν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα για το πώς η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως εμπορική πράξη ―το πρώτο μάλιστα αποτέλεσε και σημείο αντιπαράθεσης με το εκπαιδευτικό κίνημα: τον περίφημο θεσμό της «αριστείας και της καινοτομίας στην εκπαίδευση» και τις «ζώνες εκπαιδευτικής προτεραιότητας». Πέρα από την καθαρά οικονομική πλευρά ―η αριστεία θα χρηματοδοτηθεί με ένα σύνολο 1,4 εκατομμυρίων ευρώ (!) σε μια περίοδο απίστευτης οικονομικής ασφυξίας για τη δημόσια εκπαίδευση― υπάρχει και η πιο ουσιαστική: όλα τα προγράμματα αποκτούν πια «δικαιούχους», «εποπτευόμενους φορείς», «χρονοδιαγράμματα», κωδικούς χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τεχνικά δελτία, στοχοθεσίες και σκοποθεσίες, όπως ακριβώς ένα οποιοδήποτε τεχνικό έργο, με την εκπαίδευση να μπαίνει στο αντίστοιχο κουτάκι της οικονομικής δραστηριότητας και με τη μεγαλύτερη πια δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα να «συμπράττει» στα παραπάνω. Ο χορός των εκατομμυρίων ευρώ γύρω από τα σχολεία καλά κρατεί, χωρίς όμως να φτάνουν ποτέ ουσιαστικά στα ίδια τα σχολεία. Μια τάση, που με το Πρόγραμμα Σταθερότητας θα ενταθεί ακόμα πιο πολύ, αφού για οποιαδήποτε «δράση» ή «αλλαγή» στο δημόσιο σχολείο θα αναζητούνται και οι αντίστοιχοι «κωδικοί» των ευρωπαϊκών προγραμμάτων για τη χρηματοδότησή τους (εδώ ακριβώς σκοντάφτει και η περιβόητη «εκ βάθρων» αλλαγή του ολοήμερου σχολείου, αφού ακόμα δεν έχει βρεθεί ο αντίστοιχος κωδικός για τη χρηματοδότησή του!).

δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ, 11 Απριλίου 2010

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: