Εκπαίδευση και ΕΕ

Οι πολιτικές ΕΕ – ΟΟΣΑ στην εκπαίδευση είναι από τη φύση τους αντιδημοκρατικές. Γιατί τοποθετούν στο κέντρο των προτεραιοτήτων τους το επιχειρηματικό κέρδος κι όχι το δημόσιο, κοινωνικό όφελος. Γι αυτό η επικράτησή τους περνά μέσα από την ένταση του αυταρχισμού, το κτύπημα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και τη βιομηχανία του φόβου.

Της Γιώτας Ιωαννίδου*

Το άρθρο περιέχεται στην έκδοση «Ποιος χρειάζεται την Ευρωπαϊκή Ένωση: καταστροφή η ένταξη, σωτηρία η αποδέσμευση» (εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2015) που περιλαμβάνει άρθρα, μελέτες και κείμενα για το θέμα ερευνητών, επιστημόνων, δημοσιογράφων και αγωνιστών του μαζικού κινήματος.

Σύμφωνα με την πολιτική ΕΕ – ΟΟΣΑ: Η εκπαίδευση θεωρείται επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο με κριτήριο την καπιταλιστική κερδοφορία. Θεωρείται υπεύθυνη για την μείωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και την αύξηση της ανεργίας με την αιτιολογία ότι δεν παράγει εργατικό δυναμικό που να καλύπτει τις ανάγκες τους.

«Οι επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο είναι απαραίτητες για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας» έγραφε η Λευκή Βίβλος (σ. 168 ). Το 1993, μετά τους πτωτικούς δείκτες της οικονομίας της περιόδου 1970 -75, την κόπωση του νεοφιλελευθερισμού και την αύξηση της ανεργίας, η ΕΟΚ επεδίωκε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι στις αμερικάνικες και ιαπωνικές πολυεθνικές και να ξαναβγεί στις αγορές. Ήθελε γι αυτό τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, να αποτελέσουν ένα ενεργό εργαλείο για στην προσαρμοστικότητα του εργατικού δυναμικού στις ανάγκες των επιχειρήσεων. Για να εξασφαλίσει την κοινωνική συναίνεση σ΄αυτή την επιδίωξη, χρησιμοποιούσε την απειλή της ανεργίας, αλλά και την υπόσχεση ότι αν η εκπαίδευση – κατάρτιση ανταποκριθεί, 15 εκατομ. νέες θέσεις εργασίας περίμεναν τους 18 εκατομ. ανέργους Ευρωπαίους, στο τέλος του αιώνα. Πάνω σε αυτή την προτεραιότητα της εξασφάλισης νέων κερδών για το κεφάλαιο και τις επιχειρήσεις μέσω της προσαρμοστικότητας και της ευελιξίας του εργατικού δυναμικού, οικοδομήθηκε το πλέγμα όλων των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση και την εργασία, στις χώρες της ΕΕ από το 1993 ως σήμερα.

Η ανακοίνωση της επιτροπής της ΕΕ, για τον ανασχεδιασμό της εκπαίδευσης στηρίζεται στην ίδια προτεραιότητα. Η νέα στρατηγική λέγεται «ΕΥΡΩΠΗ 2020, στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη», (Επιτροπή ΕΕ 3/3/2010) και αποτελεί το κεντρικό μανιφέστο – κατευθυντήριων γραμμών για την έξοδο της ΕΕ από την κρίση, μέχρι το 2020. Κουβέντα για τα 15 εκατ. υποσχόμενες νέες θέσεις εργασίας της Λευκής Βίβλου. Ενώ 23 εκατομμύρια πολίτες– ή το 10% του ευρωπαϊκού πληθυσμού – είναι άνεργοι, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 4% το 2009, η βιομηχανική παραγωγή οπισθοχώρησε στα επίπεδα της δεκαετίας του 1990, τα ελλείμματα ανήλθαν κατά μέσο όρο στο 7% του ΑΕΠ και το επίπεδο του χρέους ξεπέρασε το 80% του ΑΕΠ. Σ’ αυτό το νέο μανιφέστο η κρίση θεωρείται ως μια «ευκαιρία» ξεπεράσματος διαρθρωτικών αδυναμιών της ΕΕ, όχι για την επαναφορά στα προ κρίσης επίπεδα, όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζεται εισαγωγικά, αλλά για να βρεθεί η ΕΕ πιο μπροστά στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Να θυμίσουμε ότι διαθρωτικές αδυναμίες της ΕΟΚ (κατά τη Λευκή Βίβλο) ήταν η πλήρης απασχόληση με δύσκαμπτους όρους δηλ. μονιμότητα, σταθερό μισθό και εργασιακές σχέσεις κλπ. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Χτίζουμε το σχολείο της ελευθερίας των λαών στο Κομπάνι!

kompani

Καλούμε τους Συλλόγους Εκπαιδευτικών Π.Ε. και τις ΕΛΜΕ από όλη την Ελλάδα καθώς και σωματεία από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και όποιες συλλογικότητες ενδιαφέρονται, να συμβάλλουν σε μια μεγάλη αυτοτελή οικονομική καμπάνια αλληλεγγύης για το χτίσιμο του ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ στο ΚΟΜΠΑΝΙ!

Στα τέλη του Φλεβάρη μια αποστολή εκπαιδευτικών από Συλλόγους Εκπ/κών Π.Ε. και ΕΛΜΕ, επισκέφτηκαν την περιοχή του Σουρούτς, στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας, παραδίδοντας ανθρωπιστική βοήθεια στους πρόσφυγες από το Κομπάνι (Ροζάβα-Δυτ. Συρία).

Στο Σουρούτς υπάρχουν αρκετοί καταυλισμοί που φιλοξενούν κυρίως παιδιά, ηλικιωμένους και ηλικιωμένες. Όλοι οι καταυλισμοί λειτουργούν μέσα από το δίκτυο αλληλεγγύης του τοπικού πληθυσμού των Κούρδων της Τουρκίας και με τη στήριξη συλλογικοτήτων και οργανώσεων που δραστηριοποιούνται εκεί. Είναι εντυπωσιακό ότι σε κάθε καταυλισμό υπάρχει σχολείο, πολιτιστικό κέντρο και κέντρο γυναικών. Η εκπαίδευση έχει για αυτούς πρωταρχικό ρόλο, γιατί θεωρούν ότι μόνο έτσι οι άνθρωποι θα γίνουν ικανοί να μην τους εκμεταλλεύονται, θα μορφωθούν και θα αποκτήσουν κοινωνική συνείδηση. Παλεύουν να διατηρήσουν την κουλτούρα  και τον πολιτισμό τους και για πρώτη φορά διδάσκονται στα σχολεία τη μητρική τους γλώσσα.

Τα σχολεία των προσφύγων λειτουργούν μέσα σε αντίσκηνα, με ό,τι υλικά συγκέντρωσε ο ντόπιος πληθυσμός. Είναι ωστόσο γεμάτα με τα χαμόγελα και τη θέληση των παιδιών για μάθηση, γεμάτα με την πίστη των παιδιών ότι θα επιστρέψουν στο Κομπάνι, με την πίστη στη νίκη του αγώνα απέναντι στο φασισμό και τη βαρβαρότητα των ISIS. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η ΑΔΙΠΠΔΕ, η αξιολόγηση και το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας

Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας οφείλει να απαντήσει γιατί διατηρεί το διοικητικό πειθαρχικό μηχανισμό και κυρίως σε ποια πολιτική στόχευση για το δημόσιο σχολείο τον εντάσσει; Μήπως η πιθανή κατάργησή του συνιστά μονομερή ενέργεια εις βάρος των πιστωτών της χώρας και αθέτηση της διαβεβαίωσης για προσήλωση στις «μεταρρυθμίσεις» ΟΟΣΑ; Αν ναι πώς σκέφτεται να εξασφαλίσει μια διακριτή εκπαιδευτική πολιτική από αυτήν της προηγούμενης κυβέρνησης;

Tου Γιώργου Καλημερίδη

Η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας έδωσε τελικά στη δημοσιότητα το προσχέδιο του πολυνομοσχεδίου που εδώ και δύο μήνες είχε υποσχεθεί. Με το συγκεκριμένο πολυνομοσχέδιο παρεμβαίνει νομοθετικά, στην κατεύθυνση της τροποποίησης/αναστολής του υπάρχοντος αξιολογικού πλαισίου που είχαν ψηφίσει οι μέχρι πρότινος μνημονιακές κυβερνήσεις.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του πολυνομοσχεδίου «…η κατάργηση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων υλοποιεί την προγραμματική δέσμευση του Υπουργείου για ένα σύστημα αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου που δεν θα είναι εργαλείο ιεραρχικής και χρηματοδοτικής διάκρισης των σχολικών μονάδων ή τιμωρητικό εργαλείο μισθολογικής διαφοροποίησης και διοικητικής πειθάρχησης των «υπαλλήλων…» (1). Αντίθετα δηλώνεται ότι προετοιμάζεται ένα νέο αξιολογικό πλαίσιο που θα στοχεύει στη δημοκρατική και συλλογική αποτίμηση του παιδαγωγικού και εκπαιδευτικού έργου. Φαινομενικά, συνεπώς, με τη συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση κλείνει ένας κύκλος δίχρονης αντιπαράθεσης στο δημόσιο σχολείο με τη δικαίωση του εκπαιδευτικού κινήματος. Αυτό τουλάχιστον επιθυμεί να προβάλλει επικοινωνιακά η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Εποχή της γνώσης ή του ανορθολογισμού;

Tης Ελένης Τριανταφυλλοπούλου

Σε μια εποχή που θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται εποχή της γνώσης και των εκρηκτικών δυνατοτήτων της επιστήμης, τόσο η θρησκεία όσο και ο ανορθολογισμός γενικότερα διατηρούν βαθιές τις ρίζες τους στην κοινωνία. Εξίσου βαθιά συνυφασμένη παραμένει και η σχέση τους με το εκπαιδευτικό σύστημα.
Επί μακρόν εξάλλου στην Ελλάδα η εκπαίδευση ήταν αρμοδιότητα θρησκευτικών κυρίως θεσμικοτήτων και η παιδεία είχε, ως επί το πλείστον, θρησκευτικό χαρακτήρα. Μέχρι τη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους η υπόθεση της εκπαίδευσης βασιζόταν κυρίως στον απλό κλήρο. Αλλά και μετέπειτα φορείς θρησκευτικής αγωγής αποτελούσαν τόσο οι εκκλησιαστικές και λοιπές θρησκευτικές θεσμικότητες (βλέπε κατηχητικό) όσο και το ίδιο το κοσμικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Σήμερα, εν έτει 2015, τα θρησκευτικά παραμένουν μάθημα υποχρεωτικό στα σχολεία, ενώ η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης αποτελεί έναν από τους κατοχυρωμένους σκοπούς της παιδείας σύμφωνα και με την παράγραφο 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος. Μάλιστα, η διάταξη αυτή στην Ελλάδα ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της επικρατούσας θρησκείας, αναγνωρίζοντας δηλαδή την επιβολή μιας κατηχητικής-μονοφωνικής εκπαίδευσης του ορθόδοξου δόγματος. Βασικός σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι με αυτή την έννοια να καταστήσει τους μαθητές «κοινωνούς των αληθειών της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης», με βάση το περιεχόμενο των διδακτικών βιβλίων, το οποίο θέτει ως βασικό προαπαιτούμενο το γεγονός πως ο μαθητής είναι και χριστιανός ορθόδοξος. Οτιδήποτε βγαίνει έξω από τη γραμμή του ομολογιακού-κατηχητικού μαθήματος συνιστά εχθρική πράξη για την επίσημη Εκκλησία, η οποία εξακολουθεί και έχει λόγο για τα διδακτικά βιβλία όλων των βαθμίδων. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η επανάσταση του Αϊνστάιν

ΘEMA: Η επανάσταση του Αϊνστάιν

Ο Αϊνστάιν έμεινε στη ιστορία σαν μύθος της επιστήμης αλλά και σαν η συνείδησή της. Τόσο γιατί ήταν ένας ακούραστος εργάτης της όσο και για τον βαθύ ανθρωπισμό, τη στράτευσή του υπέρ της ειρήνης, της συναδέλφωσης των λαών, της προάσπισης της ελευθερίας, τον αγώνα του για κοινωνική δικαιοσύνη.

Tου Αλέκου Αναγνωστάκη

Επειδή ο Άλμπερτ Αϊνστάιν τις βασικές απόλυτες έννοιες που υπήρχαν τις σχετικοποίησε και τις θεμελιώδεις έννοιες της σχετικότητας που ανακάλυψε τις απολυτοποίησε, η θεωρία του της σχετικότητας θα μπορούσε να ονομάζεται και θεωρία της μη σχετικότητας.

Η επιστήμη του Άλμπερτ Αϊνστάιν γεννήθηκε σε μια συγκλονιστική, μια «επαναστατημένη περίοδο».

Τότε, ανάμεσα στα τέλη του 19ου και στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, δημιουργούνται νέα επιστημονικά πεδία, η φυσικοχημεία, η θερμοδυναμική, η κβαντομηχαåνική. Ανακαλύπτεται η ραδιενέργεια. Αναπτύσσονται σε ποιότητα, βάθος και έκταση, η χημεία, τα μαθηματικά και η βιολογία. Πραγματοποιούνται η εναέρια πτήση και η υποθαλάσσια πλεύση, παραμυθένιες προσδοκίες του ανθρώπινου γένους. Εμφανίζονται νέα ρεύματα στη τέχνη. Ξεσπούν κοινωνικές επαναστάσεις.

Ο Αϊνστάιν λοιπόν ήταν γέννημα και συνδιαμορφωτής αυτής της εποχής. Εκεί και τότε εμφανίζονται  οι επιστημονικές του θεωρίες, το 1905 η ειδική θεωρία και το 1915 η γενική θεωρία της σχετικότητας.

Η αφήγηση επομένως γι’ αυτό τον άνθρωπο που συνέδεσε τη ζωή του με τη σύγχρονη φυσική και τα μεγάλα προβλήματα της φιλοσοφίας και της πολιτικής δεν μπορεί παρά να συγκλονίζει.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τριτοβάθμια εκπαίδευση: Ταξικό παραμένει το σύστημα εισαγωγής και μετά τις αλλαγές

Τριτοβάθμια εκπαίδευση: Ταξικό παραμένει το σύστημα εισαγωγής και μετά τις αλλαγές

Για άλλη μια φορά , οι εμπνευστές των αλλαγών αδιαφορούν για το γεγονός ότι η πλειονότητα των μαθητών έχουν χαμηλόμισθους ή άνεργους γονείς ή διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, άρα και άνισες δυνατότητες πρόσβασης σε κάθε μορφωτική διαδικασία.

Της Σοφίας Στεφανίδου

Ενώ το υπουργείο εστιάζει όλη την επιχειρηματολογία του στην αιτιολόγηση των αλλαγών, καμία συζήτηση δεν γίνεται για το περιεχόμενο και την ουσία τους. Συγκεκριμένα, το υπουργείο αναφέρεται σε τρεις λόγους : α) «οι μαθητές της Γ΄ Τάξης είχαν περιορισμένη δυνατότητα πρόσβασης , αφού επέλεγαν τμήματα μόνο από ένα επιστημονικό πεδίο. Αυτό στερούσε και τα Πανεπιστήμια από φοιτητές/τριες με πολύ υψηλές επιδόσεις». β) «Δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα η σύνταξη των προγραμμάτων σπουδών όλων των μαθημάτων της Γ΄ τάξης του Νέου Λυκείου, ούτε καν έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες συγγραφής των αντίστοιχων σχολικών εγχειριδίων». γ) «Λόγω στρεβλώσεων που θεωρήθηκε αναγκαίο να αντιμετωπισθούν, όπως για παράδειγμα, η δυνατότητα να εισαχθεί κάποιος σε Χημικό τμήμα, χωρίς να έχει διδαχθεί και εξετασθεί στο μάθημα της Χημείας Κατεύθυνσης».

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η εκπαίδευση και ο αγώνας για κοινωνική χειραφέτηση στην εποχή της κρίσης

Κριτική εκπαίδευση ΑΠΘ

Στις συνθήκες ταξικής διάσπασης της ανθρωπότητας και κυριαρχίας σχέσεων εκμετάλλευσης του κόσμου της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο, η αναζήτηση χειραφετικών προοπτικών για την εκπαίδευση συνιστά οργανικό στοιχείο του στοχασμού σχετικά με την προοπτική και τα χαρακτηριστικά της χειραφετημένης σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Των Γιώργου Γρόλλιου, Τάσου Λιάμπα, Περικλή Παυλίδη

Το κείμενο είναι η εισαγωγή στα Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Κριτικής Εκπαίδευσης eled.auth.gr

Ο χαρακτήρας και οι συνέπειες της κρίσης

Η σύγχρονη οικονομική κρίση δεν είναι πρωτίστως χρηματοπιστωτική ή κρίση χρέους ή κρίση η οποία προκαλείται από την ανεπαρκή ζήτηση ή (σύμφωνα με μια πιο απλοϊκή ερμηνεία) κρίση διαφθοράς. Πρωταρχική αιτία της κρίσης είναι η πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους. Με βάση το νόμο της αξίας, η παραγωγή στον καπιταλισμό θεμελιώνεται στην απόσπαση υπεραξίας από την εργατική δύναμη, δηλαδή πρόσθετης αξίας από εκείνη που απαιτείται για την αναπαραγωγή της. Συνεπώς, η (εκμεταλλευτική) σχέση εργασίας-κεφαλαίου προσδιορίζει τη διαδικασία κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Βασικό πρόβλημα του κεφαλαίου είναι ότι ο εκσυγχρονισμός των μέσων παραγωγής από τη μια μεριά αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας αλλά, από την άλλη, μειώνει την αξία της εργατικής δύναμης η οποία, όμως, είναι εκείνη που παράγει υπεραξία σε σχέση με το σταθερό κεφάλαιο (εγκαταστάσεις, πρώτες ύλες κλπ). Αυτή η αντίφαση αποτελεί την αιτία της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε σχέση με τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, στην πρώτη πενταετία του 2000 τα ποσοστά κέρδους στις Η.Π.Α. ήταν κατά 1/3 μικρότερα, ενώ είχαν ακόμη μεγαλύτερη πτώση στη Γερμανία και στην Ιαπωνία. Απότοκα της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους είναι α) η περαιτέρω συγκεντροποίηση του κεφαλαίου υπό τον έλεγχο μιας μερίδας του με σκοπό να αντέξει την πτώση, β) η απαξίωση άλλων μερίδων του, γ) φαινόμενα υπερσυσσώρευσης (για τα οποία ευθύνονται και η ανεπάρκεια της ζήτησης από τη μεριά των μισθωτών λόγω της μετατροπής τους σε ανέργους ή της μείωσης των μισθών τους για να αντισταθμιστεί η πτώση), δ) η ενίσχυση των οικονομικών και γεωπολιτικών αντιθέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών και ε) η μετατόπιση κεφαλαίου στο χρηματοπιστωτικό τομέα (Ρούσης, 2012).

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου