Μνημονιακή αναδόμηση στην εκπαίδευση

Εδώ και ενάμιση χρόνο που ανέλαβαν ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οι βασικοί πυλώνες της μνημονιακής πολιτικής στην εκπαίδευσης έμειναν ανέγγιχτοι. Εξαίρεση αποτελούν τα πεδία που βρέθηκαν στο επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων με το εκπαιδευτικό κίνημα

Εδώ και ενάμιση χρόνο που ανέλαβαν ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οι βασικοί πυλώνες της μνημονιακής πολιτικής στην εκπαίδευσης έμειναν ανέγγιχτοι. Εξαίρεση αποτελούν τα πεδία που βρέθηκαν στο επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων με το εκπαιδευτικό κίνημα

Απάτη ο εθνικός διάλογος

γράφουν:

ΓΙΩΤΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΕΑΣΙΔΗΣ, ΝΤΙΝΑ ΡΕΠΠΑ, ΑΙΜΙΛΙΑ ΤΣΑΓΚΑΡΑΤΟΥ

Εκπαίδευση μνημονιακών προδιαγραφών είναι ο στόχος των μέτρων για την παιδεία που ξεκίνησε να υλοποιεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο ψευδεπίγραφος διάλογος που έστησε το υπουργείο Παιδείας υπό τον καθηγητή Α. Λιάκο, παράγοντα του εκσυγχρονισμού την εποχή του Κ. Σημίτη, λειτούργησε σαν διαδικασία επικοινωνιακής προβολής των βασικών ιδεών της εκπαιδευτικής πολιτικής της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.

Εδώ και ενάμιση χρόνο που ανέλαβαν ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οι βασικοί πυλώνες της μνημονιακής πολιτικής στην εκπαίδευσης έμειναν ανέγγιχτοι. Εξαίρεση αποτελούν τα πεδία που βρέθηκαν στο επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων με το εκπαιδευτικό κίνημα, το οποίο απονομιμοποίησε συγκεκριμένες κρίσιμες επιλογές. Έτσι για παράδειγμα το καθεστώς διαθεσιμότητας των καθηγητών της τεχνικής εκπαίδευσης έληξε χωρίς απολύσεις και οι ειδικότητες τους επανήλθαν στα σχολεία. Όμως το συνολικό πλαίσιο της τεχνικής εκπαίδευσης δεν άλλαξε. Η κρίση της εκπαίδευσης συνεχίζεται, καθώς οι μνημονιακοί νόμοι για το σχολείο δεν καταργήθηκαν και είτε εφαρμόζονται είτε «πάγωσαν».

Η στάση αυτή δεν ήταν μια απρόβλεπτη εξέλιξη. Παρά τις συνεχείς προεκλογικές διακηρύξεις για άμεση κατάργηση όλων των νόμων αντιδραστικής αναδιάρθρωσης για την εκπαίδευση και αναίρεση όλων των καταστροφικών μέτρων, από τις συγχωνεύσεις-καταργήσεις σχολείων μέχρι τους μηδενικούς διορισμούς μόνιμων εκπαιδευτικών, η βασική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ότι κάθε λύση εκτός ΕΕ είναι καταστροφική έθετε το πραγματικό όριο των δεσμεύσεων. Όσα υλοποίησαν και νομοθέτησαν οι κυβερνήσεις των δυο πρώτων μνημονίων δεν ήταν απλά επιλογές λιτότητας και νεοφιλελευθερισμού, αλλά ήταν επιπλέον ενταγμένες στη συνολική στρατηγική ΕΕ και ΟΟΣΑ.

Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου, με τα προαπαιτούμενα και τα παραδοτέα για την εκπαίδευση, σηματοδότησε την ολοκληρωτική αποδοχή του μνημονιακού αντιδραστικού κεκτημένου, αλλά και την αποφασιστική διεύρυνσή του. Ειδικά στα πεδία που η παρέμβαση του μαζικού κινήματος οδήγησε σε πρώτη φάση σε «πάγωμα» εφαρμογής μέτρων, όπως η αξιολόγηση.

Σε αυτή την κατεύθυνση και μέσω του δήθεν «διαλόγου» του υπουργείου Παιδείας έγιναν διάφορες εξαγγελίες και προτάσεις με σκοπό να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι κάτι αλλάζει. Θα πρέπει καταρχήν να σταθεί κανείς κριτικά, γιατί από την εξαγγελία στην εφαρμογή η απόσταση είναι μεγάλη και συχνά περνάει από… «κόφτη», όπως συμβαίνει με τους τόσο αναγκαίους για το δημόσιο σχολείο διορισμούς εκπαιδευτικών. Σε δεύτερο επίπεδο οι εξαγγελίες, όπως αυτή για κατάργηση των παρελάσεων, χρησιμοποιούνται για τη διαμόρφωση κοινωνικών συμμαχιών, προς μια προοδευτική κατεύθυνση, αν εφαρμοστούν ή μια συντηρητική αντίστοιχα, αν μείνουν στα χαρτιά. Τρίτο λειτουργούν αποπροσανατολιστικά, όπως η συζήτηση για το χαρακτήρα διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, όταν οι τρεις ώρες διδασκαλίας από το πρωτότυπο κρίθηκαν οπισθοδρομικό μέτρο, αλλά οι δύο συμβατές με μια προοδευτική προσέγγιση. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση «εξοικονόμησε» θέσεις εργασίας εκπαιδευτικών, αφήνοντας στην τύχη του το περιεχόμενο του μαθήματος. Και τέλος, κάθε αλλαγή σε επιμέρους σημεία που αφήνει στο απυρόβλητο το γενικό πλαίσιο, δε βάζει φραγμό στην πορεία προς μια εκπαίδευση φτηνή και υποβαθμισμένη, με δεξιότητες αντί γνώση, ελαστικά εργαζόμενους καθηγητές, πιεσμένους μαθητές χωρίς χαρά στο σχολείο και ελπίδα για το μέλλον.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ αποδέχεται ως «φυσικό νόμο» τις πολιτικές που εκπορεύονται από τον ΟΟΣΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ομφάλιος λώρος που συνδέει την κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική με τη μήτρα που τη γεννά, δηλαδή τη στενή πρόσδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά εμπεδώνεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Αρχαία και νέα ελληνικά: εννιά παρατηρήσεις και μια πρόταση

Του Λαέρτη Τανακίδη*

Α. Η γνωση του αρχαιου ελληνικου κοσμου ειναι χρησιμη για τον νεοελληνα. Αλλα αυτο δε σημαινει ΟΥΤΕ οτι πρεπει να εξιδανικευεται και να απολυτοποιειται η αξια του ΟΥΤΕ οτι η επαφη με αυτον πρεπει να γινεται απο το πρωτοτυπο των αρχαιων κειμενων. Οι μαθητες που διδαχτηκαν τα αρχαια ελληνικα απο μεταφραση γνωριζουν συνηθως για αυτους πολυ περισσοτερα απο οσα οι παλιοτεροι που τους διδασκονταν απο το πρωτοτυπο επι 8 ωρες την εβδομαδα για εξι χρονια. Αυτο που εμενε στο τελος ηταν μερικα ρητα και σπαραγματα απο καποια κειμενα και οχι η γνωση του πως σκεφτονταν οι αρχαιοι, πως αξιολογουσαν τα πραγματα και πως οργανωναν τη ζωη τους,

Β.Η αρχαια ελληνικη γλωσσα ειναι σπουδαια. Ακουγονται ομως διαφορες υπερβολες : Οτι

Δεν ειναι διαπιστωμενο οτι η μελετη και η γνωση των προηγουμενων φασεων μιας γλωσσας οδηγει αναγκαστικα στην καλυτερη χρηση της.

Δεν ειναι διαπιστωμενο οτι η μελετη και η γνωση των προηγουμενων φασεων μιας γλωσσας οδηγει αναγκαστικα στην καλυτερη χρηση της.

ειναι γλωσσα-προτυπο, οτι οι αρχαιοι ανεπτυξαν τον πολιτισμο τους, επειδη μιλουσαν αυτη τη γλωσσα, οτι ειναι γλωσσα νοηματικη (τι αραγε σημαινει αυτη η δηλωση;) η οτι οι νεοι υπολογιστες θα χρησιμοποιουν μονον αρχαια ελληνικα η οτι ο Μπιλ Γκειτς οργανωνει μαθηματα αρχαιων ελληνικων για τα υψηλοβαθμα στελεχη του και αλλα τετοια συμπαθητικα. Ολα αυτα μπορει να κολακευουν την εθνικη ματαιοδοξια, αλλα δεν εχουν σχεση με την πραγματικοτητα.

Γ.Η γνωση της αρχαιας ελληνικης γλωσσας μπορει να οδηγησει σε μια επαφη με το περιεχομενο των κειμενων, αλλα να αποτελεσει και απο μονη της μορφωτικο αγαθο. (Φυσικα το ιδιο ισχυει και για τις αλλες γλωσσες). Αλλα για να γινουν αυτα, ειναι απαραιτητο ο μαθητης

  1. να κατεχει καλα προηγουμενως τη δικη του μητρικη γλωσσα και
  2. να προχωρησει σε αρκετο βαθος στη μελετη της αρχαιας ελληνικης, πραγμα ομως εξαιρετικα δυσκολο για τη μεση εκπαιδευση και απολυτως ακατορθωτο για την πρωτη της βαθμιδα, το γυμνασιο.

Για να μπορει ενας μαθητης να διεισδυσει στον ιδεολογικο, αξιολογικο και πρακτικο κοσμο των αρχαιων Ελληνων διαβαζοντας ο ιδιος στο πρωτοτυπο τα αρχαια κειμενα, πρεπει να παρατησει τα παντα και να ασχοληθει αποκλειστικα με τη γνωση της αρχαιας ελληνικης γλωσσας. Ειναι ζητημα αν μπορουμε και οι φιλολογοι να ασχοληθουμε με τα αρχαια κειμενα και να διεισδυσουμε στον κοσμο τους χωρις μεταφραστικη βοηθεια. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου