Υπουργείο Παιδείας: με το λυσάρι του ΟΟΣΑ και της ΕΕ

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει βάλει στο «φουλ» τις μηχανές για την υλοποίηση των συντηρητικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει βάλει στο «φουλ» τις μηχανές για την υλοποίηση των συντηρητικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση

Της Αιμιλίας Τσαγκαράτου*

Οι δηλώσεις του υπουργού Παιδείας Γαβρόγλου τις τελευταίες μέρες του χρόνου που μας πέρασε και οι νομοθετικές – προπαρασκευαστικές πρωτοβουλίες του υπουργείου Παιδείας που βλέπουν το φως το δημοσιότητας με το ξεκίνημα του νέου δείχνουν ότι η κυβέρνηση έχει βάλει στο «φουλ» τις μηχανές για την υλοποίηση των συντηρητικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση. Οι συνεχείς δηλώσεις από την πλευρά του Υπουργείου και των στελεχών του, ακόμα και του πρωθυπουργού στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του, δείχνουν τη βιασύνη του συστήματος να κλείνει εκκρεμότητες που έχει στην εκπαίδευση, ενώ παράλληλα στοχεύουν στην πολιτική και ιδεολογική εμπέδωση από τους εκπαιδευτικούς και την κοινωνία για την «αναγκαιότητα» των αναδιαρθρώσεων. Οδηγός τους τα πρόσφατα ντοκουμέντα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη «Βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό της Εκπαίδευσης», οι «διαπιστώσεις» από τα αποτελέσματα του  πρόσφατου διαγωνισμού της PISA, η Ενδιάμεση Έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση που από ότι φαίνεται έχει ήδη στα χέρια του ο υπουργός Παιδείας και θα δοθεί επίσημα στη δημοσιότητα στις αρχές Φλεβάρη, ενώ δρομολογείται και η βασική του έκθεση για το 2017.

Ψηλά λοιπόν στην ατζέντα βρίσκονται τα θέματα της αξιολόγησης σχολείων και εκπαιδευτικών, του «εξορθολογισμού» του προσωπικού και των οικονομικών της εκπαίδευσης, η «αυτονομία» και η λογοδοσία των σχολικών μονάδων, οι αναδιαρθρώσεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με αιχμή τις αλλαγές στο Λύκειο και την εφαρμογή της μαθητείας στην Τεχνική Εκπαίδευση. Ήδη ανακοινώθηκε ότι θα υπάρχει νομοθετική ρύθμιση για την αναβάθμιση της Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΑΔΙΠΠΔΕ) στο πλαίσιο της εφαρμογής της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας και της αξιολόγησης σε πρώτη φάση 20.000 στελεχών της εκπαίδευσης, αφού η Αρχή αυτή, που καθιερώθηκε το 2013 επί κυβέρνησης Σαμαρά, είναι αυτή που έχει το συνολικό ρόλο της εποπτείας και της εφαρμογής της αξιολόγησης. Για τα οικονομικά της εκπαίδευσης  θα υπάρξει μια «επιτροπή εμπειρογνώμων από όλα τα κόμματα του συνταγματικού τόξου» για να καταγραφούν κατά τα λεγόμενα του υπουργού «οι πραγματικές ανάγκες που θα πρέπει να καθοριστούν με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα». Σε απλά ελληνικά, η κυβέρνηση θα υλοποιήσει στον τομέα των δαπανών για την εκπαίδευση αυτό που με έμφαση τονίζουν η ΕΕ και ο ΟΟΣΑ στις πρόσφατες εκθέσεις τους: σημασία δεν έχει το ύψος των δαπανών αλλά η καλύτερη δυνατή χρήση των περιορισμένων πόρων και η αύξηση της αποδοτικότητάς τους. Εκτός όμως από την «ορθολογική» διαχείριση των υλικών πόρων, θα πρέπει να υπάρχει μια αντίστοιχη διαχείριση και στο ανθρώπινο δυναμικό.  Για το θέμα των διορισμών εκπαιδευτικών, στις επίσημες προγραμματικές δηλώσεις του ο  Γαβρόγλου δήλωνε ότι δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα, «έχουμε καταθέσει το αίτημα γραπτά στους θεσμούς και το διαπραγματευόμαστε». Με την αλλαγή του χρόνου, το υπουργείο Παιδείας ανακοινώνει  ότι θα γίνουν μόνιμοι διορισμοί την τριετία 2018-2020 ο αριθμός των οποίων θα οριστεί σε διυπουργική σύσκεψη την επόμενη εβδομάδα.  Η ανακοίνωση αυτή, που θυμίζει την περίφημη τριετία 2016-2018 για μόνιμους διορισμούς του Φίλη οι οποίοι φυσικά δεν έγιναν ποτέ, από τη μια δεν λέει ότι με ανοιχτό ακόμα το θέμα της αξιολόγησης από τους θεσμούς συζήτηση για διορισμούς δεν μπορεί να γίνει, ενώ από την άλλη μετατοπίζει το βάρος της συζήτησης στον τρόπο που θα γίνουν οι προσλήψεις, δημιουργώντας συνθήκες για μια ακόμα φορά αντιπαράθεσης ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς για το πώς και ποιοί θα πρέπει να προσληφθούν. Η συγκεκριμένη συζήτηση είναι σαφές ότι αφορά και τον τρόπο πρόσληψης των αναπληρωτών.

Όσο για τις αλλαγές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ο υπουργός τονίζει ότι θα γίνουν με βάση τα πορίσματα του διαβόητου «Εθνικού Διαλόγου», ενώ «στοίχημα» αποτελεί για το Υπουργείο Παιδείας η προώθηση της μαθητείας σε μεγάλη έκταση από το Φεβρουάριο και γενίκευση της από την επόμενη σχολική χρονιά.

Τέλος, η «διεξοδική συζήτηση» στην επιτροπή μορφωτικών υποθέσεων της Βουλής το επόμενο διάστημα με όλα τα στελέχη και των προηγούμενων κυβερνήσεων δείχνει πως η κυβέρνηση θα επιδιώξει τη μέγιστη συναίνεση και δέσμευση όλου του μνημονιακού τόξου για το πέρασμα των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων. Όπως εξάλλου δήλωσε ο Γαβρόγλου «αν θέλουμε να πάμε βήματα μπροστά προς ένα στρατηγικό όραμα… πρέπει να βρεθούν και οι απαραίτητες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις»….

* Η Αιμιλία Τσαγκαράτου είναι μέλος του ΔΣ της ΔΟΕ

Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 7.1.2017

 

Ελεύθερη πρόσβαση στην Παιδεία για όλα τα παιδιά!

Ελεύθερη πρόσβαση στην Παιδεία για όλα τα παιδιά!της Ντίνας Ρέππα*

Οι ενέργειες της κυβέρνησης δικαιώνουν τον Σύλλογο Γονέων στο Ωραιόκαστρο, παρότι τον μέμφεται επικοινωνιακά

Σάλος δημιουργήθηκε με την απόφαση του Συλλόγου Γονέων του 5ου Δημοτικού Σχολείου Ωραιοκάστρου. Η κυβέρνηση μάλιστα, προχώρησε σε καταδίκη των ρατσιστικών και ξενοφοβικών αντιδράσεων. Στην πραγματικότητα ο κυβερνητικός σχεδιασμός διευκολύνεται εξαιρετικά από αυτές! Είναι το άλλοθί του! Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης σχετικά με την εκπαίδευση των προσφυγόπουλων δεν διαφέρουν στην ουσία τους από τις αντιδράσεις αυτές, με τη διαφορά ότι οι δικές της είναι επικοινωνιακά συγκεκαλυμμένες και αδρά χρηματοδοτούμενες από ΕΣΠΑ. Τα περισσότερα προσφυγόπουλα μένουν στα στρατόπεδα, αυτά που η κυβέρνηση παραπλανητικά ονομάζει «κέντρα φιλοξενίας»! Με απόφαση της στις 29/8, αποφάσισε ότι τα παιδιά αυτά δεν θα ενταχθούν στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης που γνωρίζουμε, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά, αλλά σε ένα παραπρόγραμμα που προσχηματικά εντάσσεται διοικητικά στις σχολικές μονάδες. Έτσι, ιδρύονται για χιλιάδες προσφυγόπουλα νηπιακής ηλικίας (4-6 ετών) τμήματα νηπιαγωγείου που θα λειτουργούν μόνο μέσα στα στρατόπεδα, ενώ για τα υπόλοιπα παιδιά (6-18 ετών) δημιουργούνται τμήματα αποτελούμενα μόνο από προσφυγόπουλα των στρατοπέδων που θα λειτουργούν μετά και έξω από τις ώρες λειτουργίας του σχολείου (2-6 μ.μ.), σε αίθουσες σχολείων που βρίσκονται κοντά στα στρατόπεδα και όπου αυτό δεν είναι δυνατόν, τότε μέσα στα στρατόπεδα.

Η βασική υπογράμμιση αυτού του νομοθετήματος, παρ’ όλες τις επικοινωνιακές του φιοριτούρες, είναι η γκετοποίηση! Γιατί γκετοποίηση είναι η δημιουργία τμημάτων αμειγώς με προσφυγόπουλα, τις ώρες που δεν λειτουργούν τα σχολεία, «εκτός υφιστάμενου ωρολογίου προγράμματος», όπως ξεκαθαρίζει η απόφαση! Μάλιστα, το ζήτημα παίρνει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις γιατί τα περισσότερα στρατόπεδα είναι στη μέση του πουθενά και άρα, με βάση τη νομοθεσία, τα τμήματα αυτά θα ιδρυθούν μέσα στα στρατόπεδα, λόγω «ανυπέρβλητων δυσκολιών». Ήδη στο Σχιστό τα τμήματα θα δημιουργηθούν μέσα σε αυτό, μιας και όπως ανακοινώνουν οι αρμόδιοι, δεν υπάρχουν τα απαιτούμενα κονδύλια για τη μεταφορά των μαθητών!

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σχετικά με ορισμένα ζητήματα ενός προγράμματος ριζικού μετασχηματισμού της εκπαίδευσης

Του Γιώργου Γρόλλιου*

http://tetradia-marxismou.gr/Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από το πρώτο τεύχος του νέου περιοδικού Τετράδια Μαρξισμού για την κομμουνιστική απελευθέρωση που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2016.

Στο παρόν άρθρο υποβάλλονται σε κριτική προτάσεις οι οποίες κατατέθηκαν στον προσχηματικό «Εθνικό και Κοινωνικό Διάλογο για την Παιδεία» που αποσκοπεί αποκλειστικά στην πολιτική και ιδεολογική νομιμοποίηση των επιλογών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η οποία προωθεί ενεργητικά την καπιταλιστική αναδιάρθρωση σε συνθήκες κρίσης υπηρετώντας την αστική κυριαρχία. Με αφορμή την κριτική των συγκεκριμένων προτάσεων, στο άρθρο διατυπώνονται θέσεις για τη συγκρότηση ενός προγράμματος ριζικού μετασχηματισμού της εκπαίδευσης, που θα αποτελέσει σημαντική πλευρά του συνολικού ανατρεπτικού-μεταβατικού κοινωνικοπολιτικού προγράμματος με σοσιαλιστική-κομμουνιστική κατεύθυνση και θα συμβάλει στην ανάπτυξη του ριζοσπαστικού αριστερού ρεύματος στην εκπαίδευση.

Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 στη δευτεροβάθμια (αρχικά) και στην πρωτοβάθμια ελληνική εκπαίδευση (στη συνέχεια) ξεκίνησε η συγκρότηση ενός ριζοσπαστικού αριστερού ρεύματος. Αυτό το ρεύμα τροφοδοτήθηκε θεωρητικά από τις επεξεργασίες μελών του και ορισμένων αριστερών πανεπιστημιακών, αλλά η ανάπτυξή του βασίστηκε κυρίως στην κρίση και στις διασπάσεις της Αριστεράς εκείνης της εποχής, καθώς και στις πολύμορφες συγκρούσεις στην εκπαίδευση, στις οποίες το ριζοσπαστικό αριστερό ρεύμα έλαβε μέρος τις επόμενες δεκαετίες, παίζοντας συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο. Σήμερα, η επιρροή του στους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι ισχυρή, εάν θεωρήσουμε ως δείκτη της τα εκλογικά αποτελέσματα των Παρεμβάσεων-Συσπειρώσεων στη Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας (ΔΟΕ) και στην Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ)1. Επίσης, η κυκλοφορία περιοδικών και οι διαδικασίες διαλόγου μέσα από τις οποίες εκφράστηκε και συνεχίζει να εκφράζεται, στον έναν ή στον άλλο βαθμό και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είναι διαρκείς και γόνιμες2.

Το ριζοσπαστικό αριστερό ρεύμα στην εκπαίδευση δεν είναι, βέβαια, απαλλαγμένο από θεωρητικές και πρακτικές αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις και ανεπάρκειες. Δεν έχω την πρόθεση να αναφερθώ εδώ διεξοδικά στο σύνολό τους, καθώς μια τέτοια ανάλυση προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, μια ολοκληρωμένη μελέτη της ιστορίας του ρεύματος, ζήτημα το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια ενός άρθρου. Εκείνο που θα επιχειρήσω είναι να εξετάσω έναν παράγοντα που μπορεί να τις εντείνει στην παρούσα συγκυρία. Εννοώ την επίδραση την οποία δυνητικά ασκούν προτάσεις που είναι ανάλογες με επιμέρους πλευρές θέσεών του στους εκπαιδευτικούς τους οποίους επηρεάζει το ριζοσπαστικό αριστερό ρεύμα, αφού αυτή η επιρροή κάθε άλλο παρά αφήνει αδιάφορες τις αντίπαλες αστικές δυνάμεις στην εκπαίδευση.

Πιο συγκεκριμένα, θα εξετάσω το Σχέδιο Πρότασης της ομάδας REN (Reform Education Now − Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση Τώρα)3 το οποίο κατατέθηκε στον Εθνικό και Κοινωνικό Διάλογο για την Παιδεία και επιλέχθηκε από την αντίστοιχη διορισμένη Επιτροπή του υπουργείου ως εισήγηση στην πρώτη από τις δέκα συναφείς συζητήσεις, άσχετα με την τελική απόσυρσή του έπειτα από πλήθος ενστάσεων και κριτικών4. Στόχος μου αφενός είναι να δείξω τους τρόπους με τους οποίους στο συγκεκριμένο κείμενο διατυπώνονται προτάσεις ανάλογες με επιμέρους πλευρές θέσεων του ριζοσπαστικού αριστερού εκπαιδευτικού ρεύματος, εντός ενός πλαισίου με αστική ιδεολογικοπολιτική θεμελίωση και στόχευση. Αφετέρου, με αφορμή το ίδιο κείμενο, θέλω να συμβάλω στην επεξεργασία θέσεων ενός συνεκτικού προγράμματος για το μετασχηματισμό της εκπαίδευσης, η συγκρότηση του οποίου θα αποτελέσει σημαντική πλευρά του συνολικού ανατρεπτικού-μεταβατικού κοινωνικοπολιτικού προγράμματος με σοσιαλιστική-κομμουνιστική κατεύθυνση και θα συμβάλει στην ανάπτυξη του ριζοσπαστικού αριστερού εκπαιδευτικού ρεύματος.

Η ομάδα REN και ο διάλογος για την παιδεία Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μνημονιακή αναδόμηση στην εκπαίδευση

Εδώ και ενάμιση χρόνο που ανέλαβαν ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οι βασικοί πυλώνες της μνημονιακής πολιτικής στην εκπαίδευσης έμειναν ανέγγιχτοι. Εξαίρεση αποτελούν τα πεδία που βρέθηκαν στο επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων με το εκπαιδευτικό κίνημα

Εδώ και ενάμιση χρόνο που ανέλαβαν ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οι βασικοί πυλώνες της μνημονιακής πολιτικής στην εκπαίδευσης έμειναν ανέγγιχτοι. Εξαίρεση αποτελούν τα πεδία που βρέθηκαν στο επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων με το εκπαιδευτικό κίνημα

Απάτη ο εθνικός διάλογος

γράφουν:

ΓΙΩΤΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΕΑΣΙΔΗΣ, ΝΤΙΝΑ ΡΕΠΠΑ, ΑΙΜΙΛΙΑ ΤΣΑΓΚΑΡΑΤΟΥ

Εκπαίδευση μνημονιακών προδιαγραφών είναι ο στόχος των μέτρων για την παιδεία που ξεκίνησε να υλοποιεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο ψευδεπίγραφος διάλογος που έστησε το υπουργείο Παιδείας υπό τον καθηγητή Α. Λιάκο, παράγοντα του εκσυγχρονισμού την εποχή του Κ. Σημίτη, λειτούργησε σαν διαδικασία επικοινωνιακής προβολής των βασικών ιδεών της εκπαιδευτικής πολιτικής της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.

Εδώ και ενάμιση χρόνο που ανέλαβαν ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οι βασικοί πυλώνες της μνημονιακής πολιτικής στην εκπαίδευσης έμειναν ανέγγιχτοι. Εξαίρεση αποτελούν τα πεδία που βρέθηκαν στο επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων με το εκπαιδευτικό κίνημα, το οποίο απονομιμοποίησε συγκεκριμένες κρίσιμες επιλογές. Έτσι για παράδειγμα το καθεστώς διαθεσιμότητας των καθηγητών της τεχνικής εκπαίδευσης έληξε χωρίς απολύσεις και οι ειδικότητες τους επανήλθαν στα σχολεία. Όμως το συνολικό πλαίσιο της τεχνικής εκπαίδευσης δεν άλλαξε. Η κρίση της εκπαίδευσης συνεχίζεται, καθώς οι μνημονιακοί νόμοι για το σχολείο δεν καταργήθηκαν και είτε εφαρμόζονται είτε «πάγωσαν».

Η στάση αυτή δεν ήταν μια απρόβλεπτη εξέλιξη. Παρά τις συνεχείς προεκλογικές διακηρύξεις για άμεση κατάργηση όλων των νόμων αντιδραστικής αναδιάρθρωσης για την εκπαίδευση και αναίρεση όλων των καταστροφικών μέτρων, από τις συγχωνεύσεις-καταργήσεις σχολείων μέχρι τους μηδενικούς διορισμούς μόνιμων εκπαιδευτικών, η βασική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ότι κάθε λύση εκτός ΕΕ είναι καταστροφική έθετε το πραγματικό όριο των δεσμεύσεων. Όσα υλοποίησαν και νομοθέτησαν οι κυβερνήσεις των δυο πρώτων μνημονίων δεν ήταν απλά επιλογές λιτότητας και νεοφιλελευθερισμού, αλλά ήταν επιπλέον ενταγμένες στη συνολική στρατηγική ΕΕ και ΟΟΣΑ.

Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου, με τα προαπαιτούμενα και τα παραδοτέα για την εκπαίδευση, σηματοδότησε την ολοκληρωτική αποδοχή του μνημονιακού αντιδραστικού κεκτημένου, αλλά και την αποφασιστική διεύρυνσή του. Ειδικά στα πεδία που η παρέμβαση του μαζικού κινήματος οδήγησε σε πρώτη φάση σε «πάγωμα» εφαρμογής μέτρων, όπως η αξιολόγηση.

Σε αυτή την κατεύθυνση και μέσω του δήθεν «διαλόγου» του υπουργείου Παιδείας έγιναν διάφορες εξαγγελίες και προτάσεις με σκοπό να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι κάτι αλλάζει. Θα πρέπει καταρχήν να σταθεί κανείς κριτικά, γιατί από την εξαγγελία στην εφαρμογή η απόσταση είναι μεγάλη και συχνά περνάει από… «κόφτη», όπως συμβαίνει με τους τόσο αναγκαίους για το δημόσιο σχολείο διορισμούς εκπαιδευτικών. Σε δεύτερο επίπεδο οι εξαγγελίες, όπως αυτή για κατάργηση των παρελάσεων, χρησιμοποιούνται για τη διαμόρφωση κοινωνικών συμμαχιών, προς μια προοδευτική κατεύθυνση, αν εφαρμοστούν ή μια συντηρητική αντίστοιχα, αν μείνουν στα χαρτιά. Τρίτο λειτουργούν αποπροσανατολιστικά, όπως η συζήτηση για το χαρακτήρα διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, όταν οι τρεις ώρες διδασκαλίας από το πρωτότυπο κρίθηκαν οπισθοδρομικό μέτρο, αλλά οι δύο συμβατές με μια προοδευτική προσέγγιση. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση «εξοικονόμησε» θέσεις εργασίας εκπαιδευτικών, αφήνοντας στην τύχη του το περιεχόμενο του μαθήματος. Και τέλος, κάθε αλλαγή σε επιμέρους σημεία που αφήνει στο απυρόβλητο το γενικό πλαίσιο, δε βάζει φραγμό στην πορεία προς μια εκπαίδευση φτηνή και υποβαθμισμένη, με δεξιότητες αντί γνώση, ελαστικά εργαζόμενους καθηγητές, πιεσμένους μαθητές χωρίς χαρά στο σχολείο και ελπίδα για το μέλλον.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ αποδέχεται ως «φυσικό νόμο» τις πολιτικές που εκπορεύονται από τον ΟΟΣΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ομφάλιος λώρος που συνδέει την κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική με τη μήτρα που τη γεννά, δηλαδή τη στενή πρόσδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά εμπεδώνεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Χρήστος Ζαγανίδης: Η κυβέρνηση στοχοποιεί αντίσταση και αλληλεγγύη (συνέντευξη)

Έχοντας τοποθετηθεί πλέον υπέρ των μνημονίων και των επιλογών ΕΕ και ΟΟΣΑ, οι «κυβερνητικοί επίτροποι» στα σωματεία δεν συγχω­ρούν αυτούς που δεν αλλάζουν στάση απέναντι στα μνημόνια.

Χ. Ζαγανίδης: «Έχοντας τοποθετηθεί πλέον υπέρ των μνημονίων και των επιλογών ΕΕ και ΟΟΣΑ, οι «κυβερνητικοί επίτροποι» στα σωματεία δεν συγχω­ρούν αυτούς που δεν αλλάζουν στάση απέναντι στα μνημόνια».

Με αφορμή την πολιτική δίωξη του καθηγητή Χρήστου Ζαγα­νίδη, προέδρου της Ε’ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης, που επιχειρείται από την συγχορδία των παρα­τάξεων ΣΥΝΕΚ-ΔΑΚΕ-ΠΑΜΕ, το Πριν είχε την ακό­λουθη συζήτηση με τον αγωνιστή των Παρεμβάσεων.

Συνέντευξη στο Δημήτρη Σταμούλη

Δέχεσαι μια πρωτοφανή για σωματείο επίθεση σαν πρόεδρος της Ε’ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης. Πού αποσκοπεί αυτή η πρωτοβουλία των παρα­τάξεων ΣΥΝΕΚ (ΣΥΡΙΖΑ), ΔΑΚΕ (ΝΔ) και ΠΑ­ΜΕ (ΚΚΕ) να επιχειρούν την απομάκρυνσή σου από τη θέση του προέδρου;

Το καθοριστικό στοιχείο είναι η σκληρή μνημονια­κή επίθεση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που με­τά το ασφαλιστικό φέρνει νέα μέτρα, όπως αυτά που ψηφίζονται με τον «κόφτη». Παράλληλα έρχονται σαν μνημονιακά προαπαιτούμενα αντιδραστικές αναδιαρ­θρώσεις ενάντια στο δημόσιο σχολείο. Η κυβέρνηση φοβάται το εκπαιδευτικό κίνημα που συγκρούστηκε σε όλη τη φάση της κρίσης και των μνημονίων, όχι μόνο με τις επιλογές των κυβερνήσεων, της ΕΕ και του ΟΟ­ΣΑ για την εκπαίδευση, αλλά και συνολικά. Ας μην ξεχνάμε ότι οι ΕΛΜΕ, στη Θεσσαλονίκη και γενικό­τερα, έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις προσπάθει­ες συντονισμού των πρωτοβάθμιων σωματείων, στην αλληλεγγύη στους πρόσφυγες. Δεν είναι τυχαίο, αλλά οφείλεται στους αποφασιστικούς και διαρκείς αγώνες των εκπαιδευτικών, το γεγονός ότι ανάμεσα στα ελά­χιστα μνημονιακά μέτρα που αναίρεσε η πρώτη κυ­βέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πριν το 3ο μνημόνιο ήταν η διαθεσιμότητα, η απόλυση δηλαδή, των 2.500 πε­ρίπου καθηγητών της τεχνικής εκπαίδευσης. Αυτή η αγωνιστική πορεία, που σφραγίστηκε από το ρεύμα των Παρεμβάσεων, χτυπιέται σήμερα με πρωτοβου­λία του κυβερνητικού συνδικαλισμού, παλιού (ΔΑΚΕ) και νέου (ΣΥΝΕΚ), αλλά και του κομματικού που εκ­φράζει το ΠΑΜΕ. Αυτό δε βλέπει πέρα από την κομ­ματική συσπείρωση και τη διαμαρτυρία χωρίς αύριο, αφού πάντα θεωρεί ότι «δεν υπάρχουν οι όροι», ενώ σαν αντίπαλο έχει μόνο τις Παρεμβάσεις και την αγω­νιστική τους πρόταση. Στην πράξη το ΠΑΜΕ στήνει πλάτη στο μπλοκ εξουσίας για να μετατρέψει τα σω­ματεία σε μηχανισμούς τύπου ΓΣΕΕ.

Γιατί ακριβώς σε κατηγορούν και πόσο βάσι­μα είναι; Είναι λόγοι που θα μπορούσαν να οδηγή­σουν στην καθαίρεση ενός προέδρου σωματείου;

Η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται σε δήθεν αντικαταστατικές ενέργειες του προέδρου και τελικά εννοεί τη στάση εναντίωσης στο ψευτοδιάλογο του υπουργού Παιδείας και συνολικά στην πολιτική κυ­βέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ. Έχοντας τοποθετηθεί πλέον υπέρ των μνημονίων και των επιλογών ΕΕ και ΟΟΣΑ, οι «κυβερνητικοί επίτροποι» στα σωματεία δεν συγχω­ρούν αυτούς που δεν αλλάζουν στάση απέναντι στα μνημόνια. Η ΔΑΚΕ αοριστολογεί περί «προβλημα­τικού» προσώπου. Φυσικά όλα αυτά δεν στέκονται σαν καταστατικές παραβάσεις. Το ΠΑΜΕ που έτσι και αλλιώς δε στηρίζει τις αποφάσεις του σωματείου ούτε διακινεί τα υλικά του, έπρεπε να βρει κάτι άλλο. Με συκοφαντίες για την οικονομική διαχείριση πα­ρουσιάζει τον πρόεδρο σαν καταχραστή και κλέφτη, χωρίς όμως να φέρνει ένα στοιχείο. Είναι χαρακτηρι­στικό ότι τα περισσότερα από αυτά που ανακυκλώνει το ΠΑΜΕ αφορούν περιόδους που υπάρχουν εγκε­κριμένοι οικονομικοί απολογισμοί. Ρίχνει λάσπη για τη διαχείριση της αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, αν και υπάρχει έγκαιρη και αναλυτική ενημέρωση του κλάδου για το θέμα. Με βάση όλα αυτά δεν μπορεί να απομακρυνθεί ο πρόεδρος μέσα από τις προβλε­πόμενες διαδικασίες του καταστατικού. Γι’ αυτό με­θοδεύεται μια αντικαταστατική διαδικασία με τις πα­ρατάξεις ΣΥΝΕΚ-ΔΑΚΕ-ΠΑΜΕ να «απειλούν» ότι θα χρησιμοποιήσουν τον …κανονισμό της Βουλής! Πρόκειται για πρωτοφανείς διαδικασίες που δίνουν πάτημα στην κυβέρνηση, η οποία ετοιμάζει παρέμβα­ση στην λειτουργία των σωματείων με τις «εργαλειο­θήκες» του ΟΟΣΑ.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο εθνικός διάλογος για την παιδεία έχει ήδη ολοκληρωθεί

alys1του Γιώργου Καλημερίδη

Με βάση και την εμπειρία των τελευταίων τριάντα χρόνων, ισχυρίζομαι εξαρχής ότι είναι αδύνατον να υπάρξει στην πραγματικότητα εθνικός διάλογος για την παιδεία και το εκπαιδευτικό σύστημα. Για δύο κύριους λόγους.

Πρώτον, η εκπαίδευση δεν είναι, παρά τις ποικίλες μυστικοποιήσεις, γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, “εθνική υπόθεση”, αλλά αντίθετα συνιστά ένα πολιτικό διακύβευμα γύρω από το οποίο προωθούνται διαφορετικά ταξικά προσδιορισμένα, ασφαλώς, μορφωτικά προγράμματα. Δεν έχει υπάρξει επομένως ποτέ, ούτε πρόκειται να υπάρξει, ένα υπεραταξικό μοντέλο εκπαίδευσης που μπορεί να μας το αποκαλύψει κάποια υποτιθέμενα ανεξάρτητη και αντικειμενική παιδαγωγική επιστήμη . Η ιστορία του ελληνικού σχολείου, αλλά και κάθε εκπαιδευτικού συστήματος, είναι μια ιστορία πολύ σκληρών παιδαγωγικών, ιδεολογικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων μεταξύ διαφορετικών εκπαιδευτικών και πολιτικών ρευμάτων. Οι ιστορικοί που πρωταγωνιστούν και διευθύνουν, στις μέρες μας, το σημερινό εκπαιδευτικό διάλογο μπορούν πολύ εύκολα νομίζω να μας το επιβεβαιώσουν. Όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στη σφαίρα της μεταφυσικής του θετικισμού -τεχνοκρατισμού.

Δεύτερον, σε οποιοδήποτε διάλογο, απαραίτητο στοιχείο είναι η απόλυτη ισοτιμία μεταξύ αυτών που συμμετέχουν στη διαδικασία του και ασφαλώς η ισοτιμία ισχύει και στην τελική σύνθεση των συμπερασμάτων και των απολήξεων του διαλόγου. Στα πλαίσια του αστικού κράτους και των άνισων σχέσεων εξουσίας μεταξύ των διαφορετικών εμπλεκόμενων φορέων δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να υπάρξει ισότητα σε όλες τις παραμέτρους. Τον τελικό λόγο τον έχει αυτός που κατέχει την εξουσία και σίγουρα αυτός δεν είναι ούτε το εκπαιδευτικό κίνημα, ούτε οι εργαζόμενοι ή η νεολαία. Πόσο μάλλον όταν η συζήτηση αναπτύσσεται πάνω στο έδαφος των προαπαιτούμενων του Μνημονίου 3 και σε μια συγκυρία επίθεσης του κεφαλαίου στον κόσμο της εργασίας και στο κοινωνικό κράτος.

Οι εθνικοί διάλογοι στην εκπαίδευση, διαχρονικά, αποτέλεσαν πάντοτε έναν πολιτικό ελιγμό των εκάστοτε κυβερνήσεων, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συναίνεση στην εκπαιδευτική πολιτική τους και να εντάξουν το εκπαιδευτικό κίνημα και κυρίως τις πιο ριζοσπαστικές του πτέρυγες μέσα στα όρια του “αστικά εφικτού”. Το γιατί αυτό συμβαίνει με τέτοια συχνότητα στην Ελλάδα και όχι για παράδειγμα στη Σουηδία ή την Αγγλία έχει να κάνει, όχι με τις αγκυλώσεις γενικά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, όπως πιστεύει ο νεοφιλελεύθερος ευρωπαϊσμός, αλλά με την ιστορική ιδιαιτερότητα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και των αγώνων που έχουν αναπτυχθεί στο εσωτερικό του γενικά, αλλά και ειδικά στο χώρο του σχολείου. Σχετίζεται ειδικότερα με τη σημασία του σχολείου ως μέσο κοινωνικής ανόδου των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων και το ρόλο του εκπαιδευτικού κινήματος στη συνολική ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων σε όλη την μεταπολεμική περίοδο (1). Ας μη ξεχνάμε άλλωστε ότι η ίδια η μεταπολίτευση γεννήθηκε από το κίνημα της νεολαίας και της παιδείας. Αυτή είναι μια ιστορική διάσταση που καλό είναι να την θυμούνται οι σημερινοί “αριστεροί” μεταρρυθμιστές.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ούτε εθνικός ούτε διάλογος: φερετζές αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση

Της Γιώτας Ιωαννίδου*

Δεν είναι η πρώτη φορά, ούτε η πρώτη κυβέρνηση που προκηρύσσει “εθνικό διάλογο” στην εκπαίδευση. Από αυτή τη σκοπιά δεν μας εκπλήσσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που και σε αυτό το θέμα ακολουθεί τα βήματα των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων ΝΔ – ΠΑΣΟΚ. Συμφωνεί και υπογράφει τη βάρβαρη πολιτική κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ στην εκπαίδευση και μετά αναζητεί όχημα ώστε να εξασφαλίσει την κοινωνική ανοχή.

Η μεγάλη υπερπαραγωγή που στήνεται από την κυβέρνηση και διαφημίζεται από τα ΜΜΕ, δεν είναι ούτε «εθνικός», ούτε «διάλογος». Δεν συζητιούνται όλα και από όλους γενικά για να συναποφασίσουν. Οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου, της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, έχουν συζητήσει με τις προηγούμενες και την τωρινή  κυβέρνηση, έχουν συμφωνήσει και έχουν χαράξει προτεραιότητες, κατευθύνσεις και πλαίσια.  Έχουν διατυπωμένες θέσεις που βρίσκονται σε πλήρη διάσταση με τα εκπαιδευτικά, κοινωνικά αιτήματα και ανάγκες. Η κυβέρνηση έχει αποδεχτεί ή/και ορίσει τα όρια, τις δεσμεύσεις και το χρονοδιάγραμμα ενεργειών και παραδοτέων στο 3ο μνημόνιο, που δεν μπαίνουν σε καμιά «συναπόφαση». Ο «διάλογος»  ξεκινάει από εκεί και πέρα: Πως το μαύρο θα παρουσιαστεί ως άσπρο; Πως θα γίνει αποδεκτή η αθλιότητα χωρίς αντιδράσεις; Πως τα θύματα να μάθουν να μιλούν με τη γλώσσα των θυτών; Το «έθνος» των αστών, εχόντων, του σφαγείου της ΕΕ και του ΟΟΣΑ καλεί σε συζήτηση το «έθνος» των κατά τη γνώμη τους  υποζυγίων, εκπαιδευτικών, μαθητών, εργαζόμενων, της  κοινωνικής πλειονότητας. Οι δεύτεροι οφείλουν να καταλάβουν, να πληρώσουν και να υπακούσουν. Καλούμαστε οι εκπαιδευτικοί και οι εργαζόμενοι, γονείς, κοινωνία να συμμετέχουμε στη συζήτηση πως θα υλοποιηθούν τα μέτρα και οι αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις που κυβέρνηση, κεφάλαιο, ΕΕ, ΟΟΣΑ έχουν αποφασίσει.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου