Η έκθεση του ΟΟΣΑ και η  “αποκλειστικότητα” της Αυγής

του Γιώργου Καλημερίδη

Η Αυγή με ουδέτερο τρόπο παρουσιάζει ότι δέσμευση της χώρας είναι η χρήση κουπονιών, η μετατόπιση δημόσιων κεφαλαίων για το σχολείο σε ιδιωτικούς φορείς. Σε τι διαφέρουν οι συγκεκριμένες προτάσεις για τις οποίες έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση, από  αυτές του κ. Μητσοτάκη;

Η Αυγή με ουδέτερο τρόπο παρουσιάζει ότι δέσμευση της χώρας είναι η χρήση κουπονιών, η μετατόπιση δημόσιων κεφαλαίων για το σχολείο σε ιδιωτικούς φορείς. Σε τι διαφέρουν οι συγκεκριμένες προτάσεις για τις οποίες έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση, από αυτές του κ. Μητσοτάκη;

Στο κυριακάτικο φύλλο της Αυγής στις 12/2 έχουμε δημοσιευμένη, κατά αποκλειστικότητα, μια πρόγευση του τι θα περιλαμβάνει η περιβόητη επαναεπικύρωση της έκθεσης του ΟΟΣΑ για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αν και η εφημερίδα δεν μας ενημερώνει για την πηγή της, ο αναγνώστης αποκτά ωστόσο μια ουσιαστική ενημέρωση για τις πολιτικές και εκπαιδευτικές κατευθύνσεις των προτάσεων ΟΟΣΑ για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Θα ήταν ενδιαφέρον ασφαλώς να ενημερωθούν οι αναγνώστες της εφημερίδας για την ικανότητα του ιστορικού εντύπου της Αριστεράς να έχει μια τόσο διεισδυτική πρόσβαση στους μηχανισμούς ενός υπερεθνικού ιμπεριαλιστικού οργανισμού, όπως ο ΟΟΣΑ (1).

Πριν προχωρήσουμε, όμως, στο περιεχόμενο των προτάσεων ΟΟΣΑ, όπως παρουσιάζονται στο συγκεκριμένο δημοσίευμα, το πρώτο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί, με ασφάλεια, κάποιος να καταλήξει είναι ότι στην πράξη η αναθεώρηση της έκθεσης ΟΟΣΑ για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι εδώ και καιρό ήδη ολοκληρωμένη και γνωστή στην κυβέρνηση. Αυτό που απαιτείται είναι πλέον το πολιτικό αμπαλάρισμα και περιτύλιγμα της πρότασης, προκειμένου να δει και επίσημα το φως της δημοσιότητας. Η έκθεση, όπως θα δείξουμε και παρακάτω, περιλαμβάνει όλες τις αντιδραστικές εκπαιδευτικές θέσεις του διεθνούς εκπαιδευτικού νεοφιλελευθερισμού και από πολλές απόψεις είναι πολύ πιο επιθετική και αντιεκπαιδευτική από αυτή του 2011, καθώς προχωρά στην πολύ πιο συγκεκριμένη εξειδίκευση των γενικών νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών αρχών της προηγούμενης. Από αυτή την άποψη, το κύριο ζήτημα για την κυβέρνηση είναι το πώς θα δικαιολογήσει την έκθεση, παρά το πώς θα τοποθετηθεί πολιτικά απέναντι σε θέσεις που τις είναι ήδη εδώ και καιρό γνωστές.

Πιο συγκεκριμένα, η κυβέρνηση θα πρέπει να διευκρινίσει στον ελληνικό λαό και στην εκπαιδευτική κοινότητα γιατί δεσμεύτηκε στο Μνημόνιο 3 να ακολουθήσει τη γραμμή του ΟΟΣΑ για τα εκπαιδευτικά ζητήματα, όταν ο ΟΟΣΑ δεν ανήκει στο κουαρτέτο των “δανειστών” και το πολιτικό περιεχόμενο των εκπαιδευτικών θέσεων του είναι γνωστό παγκοσμίως. Ιδιαίτερα το Τμήμα Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ και οι εκπαιδευτικοί του, οι οποίοι ήταν επικριτές της έκθεσης του 2011, θα πρέπει να μας εξηγήσουν τι νεότερο περίμεναν από την επικαιροποίηση της αρχικής έκθεσης και αν πίστευαν πραγματικά ότι διαμέσου του ΟΟΣΑ θα ήταν εφικτό να διασφαλιστούν τα μορφωτικά δικαιώματα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Σε κάθε περίπτωση την αποκλειστικότητα της αποκάλυψης αυτή τη φορά δεν την κάνει κάποιο άλλο έντυπο, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα της διάψευσης, αλλά η ίδια η εφημερίδα της κυβέρνησης. Αυτό μας κάνει να υποθέσουμε, βάσιμα, ότι τα χρονικά περιθώρια για τους κυβερνώντες έχουν στενέψει απελπιστικά. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μνημονιακή αναδόμηση στην εκπαίδευση

Εδώ και ενάμιση χρόνο που ανέλαβαν ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οι βασικοί πυλώνες της μνημονιακής πολιτικής στην εκπαίδευσης έμειναν ανέγγιχτοι. Εξαίρεση αποτελούν τα πεδία που βρέθηκαν στο επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων με το εκπαιδευτικό κίνημα

Εδώ και ενάμιση χρόνο που ανέλαβαν ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οι βασικοί πυλώνες της μνημονιακής πολιτικής στην εκπαίδευσης έμειναν ανέγγιχτοι. Εξαίρεση αποτελούν τα πεδία που βρέθηκαν στο επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων με το εκπαιδευτικό κίνημα

Απάτη ο εθνικός διάλογος

γράφουν:

ΓΙΩΤΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΕΑΣΙΔΗΣ, ΝΤΙΝΑ ΡΕΠΠΑ, ΑΙΜΙΛΙΑ ΤΣΑΓΚΑΡΑΤΟΥ

Εκπαίδευση μνημονιακών προδιαγραφών είναι ο στόχος των μέτρων για την παιδεία που ξεκίνησε να υλοποιεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο ψευδεπίγραφος διάλογος που έστησε το υπουργείο Παιδείας υπό τον καθηγητή Α. Λιάκο, παράγοντα του εκσυγχρονισμού την εποχή του Κ. Σημίτη, λειτούργησε σαν διαδικασία επικοινωνιακής προβολής των βασικών ιδεών της εκπαιδευτικής πολιτικής της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.

Εδώ και ενάμιση χρόνο που ανέλαβαν ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οι βασικοί πυλώνες της μνημονιακής πολιτικής στην εκπαίδευσης έμειναν ανέγγιχτοι. Εξαίρεση αποτελούν τα πεδία που βρέθηκαν στο επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων με το εκπαιδευτικό κίνημα, το οποίο απονομιμοποίησε συγκεκριμένες κρίσιμες επιλογές. Έτσι για παράδειγμα το καθεστώς διαθεσιμότητας των καθηγητών της τεχνικής εκπαίδευσης έληξε χωρίς απολύσεις και οι ειδικότητες τους επανήλθαν στα σχολεία. Όμως το συνολικό πλαίσιο της τεχνικής εκπαίδευσης δεν άλλαξε. Η κρίση της εκπαίδευσης συνεχίζεται, καθώς οι μνημονιακοί νόμοι για το σχολείο δεν καταργήθηκαν και είτε εφαρμόζονται είτε «πάγωσαν».

Η στάση αυτή δεν ήταν μια απρόβλεπτη εξέλιξη. Παρά τις συνεχείς προεκλογικές διακηρύξεις για άμεση κατάργηση όλων των νόμων αντιδραστικής αναδιάρθρωσης για την εκπαίδευση και αναίρεση όλων των καταστροφικών μέτρων, από τις συγχωνεύσεις-καταργήσεις σχολείων μέχρι τους μηδενικούς διορισμούς μόνιμων εκπαιδευτικών, η βασική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ότι κάθε λύση εκτός ΕΕ είναι καταστροφική έθετε το πραγματικό όριο των δεσμεύσεων. Όσα υλοποίησαν και νομοθέτησαν οι κυβερνήσεις των δυο πρώτων μνημονίων δεν ήταν απλά επιλογές λιτότητας και νεοφιλελευθερισμού, αλλά ήταν επιπλέον ενταγμένες στη συνολική στρατηγική ΕΕ και ΟΟΣΑ.

Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου, με τα προαπαιτούμενα και τα παραδοτέα για την εκπαίδευση, σηματοδότησε την ολοκληρωτική αποδοχή του μνημονιακού αντιδραστικού κεκτημένου, αλλά και την αποφασιστική διεύρυνσή του. Ειδικά στα πεδία που η παρέμβαση του μαζικού κινήματος οδήγησε σε πρώτη φάση σε «πάγωμα» εφαρμογής μέτρων, όπως η αξιολόγηση.

Σε αυτή την κατεύθυνση και μέσω του δήθεν «διαλόγου» του υπουργείου Παιδείας έγιναν διάφορες εξαγγελίες και προτάσεις με σκοπό να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι κάτι αλλάζει. Θα πρέπει καταρχήν να σταθεί κανείς κριτικά, γιατί από την εξαγγελία στην εφαρμογή η απόσταση είναι μεγάλη και συχνά περνάει από… «κόφτη», όπως συμβαίνει με τους τόσο αναγκαίους για το δημόσιο σχολείο διορισμούς εκπαιδευτικών. Σε δεύτερο επίπεδο οι εξαγγελίες, όπως αυτή για κατάργηση των παρελάσεων, χρησιμοποιούνται για τη διαμόρφωση κοινωνικών συμμαχιών, προς μια προοδευτική κατεύθυνση, αν εφαρμοστούν ή μια συντηρητική αντίστοιχα, αν μείνουν στα χαρτιά. Τρίτο λειτουργούν αποπροσανατολιστικά, όπως η συζήτηση για το χαρακτήρα διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, όταν οι τρεις ώρες διδασκαλίας από το πρωτότυπο κρίθηκαν οπισθοδρομικό μέτρο, αλλά οι δύο συμβατές με μια προοδευτική προσέγγιση. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση «εξοικονόμησε» θέσεις εργασίας εκπαιδευτικών, αφήνοντας στην τύχη του το περιεχόμενο του μαθήματος. Και τέλος, κάθε αλλαγή σε επιμέρους σημεία που αφήνει στο απυρόβλητο το γενικό πλαίσιο, δε βάζει φραγμό στην πορεία προς μια εκπαίδευση φτηνή και υποβαθμισμένη, με δεξιότητες αντί γνώση, ελαστικά εργαζόμενους καθηγητές, πιεσμένους μαθητές χωρίς χαρά στο σχολείο και ελπίδα για το μέλλον.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ αποδέχεται ως «φυσικό νόμο» τις πολιτικές που εκπορεύονται από τον ΟΟΣΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ομφάλιος λώρος που συνδέει την κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική με τη μήτρα που τη γεννά, δηλαδή τη στενή πρόσδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά εμπεδώνεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Νέα Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης

Η σχέση της επιστημονικής με την καθημερινή γνώση, αν εξειδικευθεί στο πεδίο του παιδαγωγικού στοχασμού, δεν μπορεί να ιδωθεί ξεκομμένη από το φαινόμενο της σχολικής αποτυχίας/επιτυχίας, το οποίο με τη σειρά του συμβάλλει στον περαιτέρω διευθυντικό έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας

Του Δημήτρη Νικολούδη*

1. Το κοινωνικο-οικονομικό και επιστημονικό πλαίσιο

Η Νέα Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης αποτελεί μία τάση της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης, ένα εγχείρημα της δεκαετίας του 1970 στην Αγγλία, στο οποίο ενεπλάκησαν παιδαγωγοί, κοινωνιολόγοι και δάσκαλοι για τον προσδιορισμό της κατασκευής, οργάνωσης, μεταβίβασης και αξιολόγησης της σχολικής γνώσης. Το εγχείρημα αυτό δεν αφορούσε την περιγραφή των εκπαιδευτικών περιεχομένων αλλά την κατανόηση του σκεπτικού που υπήρχε πίσω τους.

Μετά τη δοκιμασία του Β¢ Παγκοσμίου Πολέμου, η αναδόμηση των κοινωνιών σχεδιάστηκε με έναν τρόπο ο οποίος θα απέτρεπε την επανεμφάνιση των προβλημάτων της δεκαετίας του 1930. Στην Ευρώπη, όπως μας πληροφορεί ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, επικράτησαν κρατικές μορφές που επικέντρωσαν τις πολιτικές τους στην πλήρη απασχόληση και την κοινωνική ευημερία. Κοινό στοιχείο αυτών των μορφών ήταν πως ο μηχανισμός ο οποίος θα κατοχύρωνε την εσωτερική ειρήνη και τον ταξικό συμβιβασμό ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο θα ήταν το εθνικό κράτος. Για να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι θα έπρεπε η κρατική εξουσία να αποφύγει τις πολιτικές λιτότητας και να τεθούν κριτήρια συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας (Χάρβεϊ, 2005, 36). Η διευρυμένη έννοια του πολίτη αποσκοπούσε στην ανάπτυξη ενός καθολικού και αδιαφοροποίητου συστήματος κοινωνικής προστασίας και διεύρυνσης των δημόσιων αγαθών της εκπαίδευσης, της περίθαλψης και του εγγυημένου εισοδήματος, στο πλαίσιο του έτσι κι αλλιώς άνισου καταμερισμού πλούτου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατική συναίνεση επέτρεψε για κάποιο χρονικό διάστημα την ενσωμάτωση ευρέων κοινωνικών στρωμάτων στο κυρίαρχο σύστημα. Όμως, στο τέλος της δεκαετίας του 1960 άρχισαν να γίνονται ορατά τα πρώτα σημάδια της κρίσης συσσώρευσης κεφαλαίου. Η χρυσή περίοδος της καπιταλιστικής ανάπτυξης από το 1950 έως το 1969 αποδείχθηκε μία παρένθεση στην εξελικτική πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία ευνοήθηκε από συγκεκριμένους ιστορικούς συσχετισμούς (εσωτερικούς και διεθνείς). Ο στασιμοπληθωρισμός και η επιβράδυνση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης αποτέλεσαν όλη την επόμενη δεκαετία σοβαρούς ανασταλτικούς παράγοντες για τη δυναμική επανεμφάνιση συσσώρευσης κεφαλαίου (Foster & Magdoff, 2008). Οι παραδοσιακές κορπορατικές στρατηγικές του εμπεδωμένου φιλελευθερισμού αποδείχθηκαν, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, αναποτελεσματικές και ασύμβατες με τη νέα οικονομική συγκυρία. Η απάντηση ήταν «αναπόφευκτη»: ο καπιταλιστικός κόσμος προσχωρούσε στο στρατόπεδο του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού.  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ρωγμές εν Τάξει, τ. 2 (Άνοιξη-Καλοκαίρι 1998)

Το 2ο τεύχος του περιοδικού Ρωγμές εν Τάξει κυκλοφόρησε την άνοιξη του 1998. Είχε αφιερώματα στα 30 χρόνια από το Μάη του ’68 και τη σχέση του με την εκπαίδευση, καθώς και στους αγώνες ενάντια στο «νόμο Αρσένη» και το διαγωνισμό του ΑΣΕΠ που ήταν προγραμματισμένος για τον Ιούνη της ίδιας χρονιάς.

Το τεύχος συνόδευε ένθετο με θέμα τα αναλυτικά προγράμματα

«Οι αξιολογητές ξανάρχονται! Η αντίσταση στην αξιολόγηση και το πρόταγμα για ένα άλλο σχολείο»: τα βίντεο από την ημερίδα των Παρεμβάσεων

Οι Αγωνιστικές Παρεμβάσεων-Κινήσεις-Συσπειρώσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης οργάνωσαν στις 23 Φλεβάρη 2014, στο Μαράσλειο Διδασκαλείο, ημερίδα με τίτλο «Οι αξιολογητές ξανάρχονται! Η αντίσταση στην αξιολόγηση και το πρόταγμα για ένα άλλο σχολείο».

  • Δείτε τα βίντεο από τη συζήτηση της Ενότητας Α” εδώ.
  • Τα βίντεο από την Ενότητα Β” μπορείτε να τα δείτε εδώ.

Αναλυτικά το πρόγραμμα της ημερίδας ήταν το εξής:
Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Οι αξιολογητές ξανάρχονται! Η αντίσταση στην αξιολόγηση και το πρόταγμα για ένα άλλο σχολείο»: εισηγήσεις Ενότητας Β’ [βίντεο]

Οι Αγωνιστικές Παρεμβάσεων-Κινήσεις-Συσπειρώσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης οργάνωσαν στις 23 Φλεβάρη 2014, στο Μαράσλειο Διδασκαλείο, ημερίδα με τίτλο «Οι αξιολογητές ξανάρχονται! Η αντίσταση στην αξιολόγηση και το πρόταγμα για ένα άλλο σχολείο».

Δείτε τα βίντεο από τη συζήτηση της Ενότητας Β”. Τα βίντεο από την Ενότητα Α” μπορείτε να τα δείτε εδώ.

Ανακεφαλαίωση από το συντονιστή Μ. Μιλτσακάκη, εκπρόσωπο των Παρεμβάσεων στο ΙΠΕΜ-ΔΟΕ

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το εκπαιδευτικό όνειδος της κυβέρνησης

Αυτό που προτάσσεται σε όλη τη διδασκαλία στο Λύκειο, αλλά αντανακλάται ακόμη και στο Γυμνάσιο, είναι το εξεταστικά κι όχι το μαθησιακά χρήσιμο, κάτι που υπονομεύει καθοριστικά το μορφωτικό αποτέλεσμα.

Του Θοδωρή Βουρεκά* 

 

Κανείς δεν περίμενε πως θα ερχόταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τις αντίθετες διακηρύξεις, ακόμη και για την καθιέρωση δήθεν της ελεύθερης πρόσβασης, να εντείνει ακόμη περισσότερο την πιο αρνητική και νοσηρή όψη του εκπαιδευτικού μας συστήματος, που είναι οι λεγόμενες Πανελλαδικές Εξετάσεις στην Γ’ Λυκείου. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για διαπιστωτκές εξετάσεις, αλλά για ένα ακραίο σύστημα ανταγωνιστικών διαγωνισμών.

 

Συγκεκριμένα τώρα, τα φετινά θέματα των μαθηματικών κατεύθυνσης, που παγίως προσφέρονται να παίξουν τον ρόλο του εξεταστικού κι επομένως ταξικού σφαγέα, ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Στις ασκήσεις των φετινών θεμάτων περιέχονταν πολλά δύσκολα σκέλη με κάποια απ’ αυτά να είναι ασύλληπτης, νοσηρής δυσκολίας, πράγμα εντελώς ακατανόητο ακόμη και για τους επιλεκτικούς σκοπούς αυτού του ανταγωνιστικού διαγωνισμού. Τα θέματα επίσης δεν είχαν εκείνη την κατάλληλη κλιμάκωση δυσκολίας, ώστε οι επιδόσεις να καλύπτουν όλη τη βαθμολογική κλίμακα από τη βάση κι επάνω με επάρκεια. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου